“Κούροι του Διός”: Οι Διόσκουροι Θεοί Προστάτες των Σπαρτιατών

Archive(thumbnail)2067

Λίθινη ορθογώνια στήλη με ανάγλυφη παράσταση φιδιών με τα κεφάλια στραμμένα προς τα κάτω (Δόκανο Διοσκούρων).

Διόσκουροι, (ιων.) Διόσκοροι, Διοσκουρίται, Dioscuri.  

Δίδυμοι δωρικοί Θεοί των Ελλήνων αλλά και των Ρωμαίων (στους Έλληνες Κάστωρ και Πολυδεύκης και στους Ρωμαίους Castor και Pollux) αντίστοιχοι, κατά τον Τάκιτο (Germania 43), των τευτονικών Θεών Αλκίς (Αλκιδών;). Εγεννήθησαν μέσα από ένα αυγό στο όρος Ταϋγετο ως Λακεδαιμόνιοι παίδες,  υιός του Διός και της Λήδας (“Κούροι Διός”) ο αθάνατος Πολυδεύκης καί υιός της Λήδας και του βασιλέως Τυνδάρεω (“Τυνδαρίδαι”) ο θνητός Κάστωρ.  
Μία μυθολογική αφήγηση που διασώζει ο Πίνδαρος στον 10ο “Νεμεονίκη” του διηγείται ότι όταν ο Κάστωρ σκοτώθηκε από τον Αρκάδα Ίδα, ο Πολυδεύκης ζήτησε από τον πατέρα του Δία να τον αναστήσει δηλώνοντας πρόθυμος να αποποιηθεί ακόμη και αυτή την Αθανασία, ο δε Ζεύς κανόνισε έκτοτε να ανεβαίνουν εκ περιτροπής στον Όλυμπο, ημέρα παρά ημέρα, ως αιώνια (ηλιακά) σύμβολα της κυκλικής ροής της θείας ουσίας μέσα σε αθάνατες και θνητές μορφές για την εξασφάλιση του Αενάου.  

Εκτός από ηλιακοί Θεοί της αφοσιώσεως (ηθική πλευρά) αλλά και της κυκλικότητος των πραγμάτων (φυσική πλευρά), οι “λευκόπωλοι” (ιππείς λευκών αλόγων) Θεοί Διόσκουροι είναι επίσης και δωρητές στους ανθρώπους των ιππευτικών και πυγμαχικών τεχνικών αλλά και των πολεμικών χορών και ασμάτων. Στην ηθική τους πλευρά είναι επίσης Θεοί του μαχητικού θάρρους, του αγωνιστικού έθους (ως “Αφετήριοι”, δηλαδή αρχίζοντες τον αγώνα), της φιλότητος, της πολιτκής βουλήσεως (υπό την επίκληση “Αμβούλιοι”, με ιδιαίτερο βωμό τους στην Σπάρτη), της εκπαιδευτικής αγωγής των νεαρών ανδρών και της φιλοξενίας, καθώς επίσης, στην φυσική πλευρά τους, και έφοροι κάποιων μετεωρολογικών φαινομένων και προστάτες των ναυτικών από τις τρικυμίες όπως και οι Κάβειροι, με τους οποίους εσχετίσθησαν μετά τον 3ο αιώνα π.α.χ.χ., στη δε Δήλο, κατά τους ελλληνιστικούς χρόνους εταυτίσθησαν προς αυτούς με ιδιαίτερο ιερέα (Διοσκούρων Καβείρων) παρά την σαφή χθόνια φύση των δευτέρων. Οι ναυτικοί προσεύχονταν σε αυτούς ως “Θεούς Σωτήρες” για κατάπαυση των τρικυμιών και μετά τους τιμούσαν, ως Ολυμπίους, σε ευχαριστήρια θυσία με προσφορά λευκού προβάτου.  

Από την κλασική αρχαιότητα και εντεύθεν οι “Σωτήρες Θεοί” Διόσκουροι επεκτείνουν την σφαίρα τους ως ηλιακές συνειδήσεις και στο πεδίο της θεραπευτικής (λ.χ. ως ακόλουθοι του Ασκληπιού στην Επίδαυρο), ενώ ως “Θεοί Μεγάλοι” ελατρεύθησαν στον Κλείτορα Αρακαδίας και τις Κεφαλές Αττικής. Σύμβολό τους ένα ζεύγος “πίλων” (ημισφαιρικών κρανών, των δύο ημίσεων του αυγού της Λήδας) με ένα αστέρι στην κορυφή ενός εκάστου (Τα τελευταία μόνο από το τέλος του 4ου αιώνος π.α.χ.χ. κι εντεύθεν. Ο Σχολιστής Λυκόφρονος, διασώζει αόριστα στο σημείο 88 τη μυθολογική αφήγηση ότι ο Ζεύς ενώθηκε με τη Λήδα υπό μορφή άστρου). 

“Κούροι του Διός” Οι Διόσκουροι – Θεοί Προστάτες των Σπαρτιατών

byza_grn

dioskouroi

Το άλλο σύμβολό τους, τα λεγόμενα “Δόκανα” (δύο κάθετα ξύλα που συνδέονται με άλλα δύο χιαστί, σύμβολο της ακλονήτου συντροφικότητος) αποτελούσε την πολεμική σημαία των Σπαρτιατών. Προς τιμήν τους εωρτάζονταν τα «Διοσκούρια» σε σειρά αχαϊκές και δωρικές πόλεις με γυμνικούς αγώνες και θυσίες. Στη Σπάρτη και την Κυρήνη εωρτάζονταν με παιδιές και συμπόσια. «Διοσκούρια» εώρταζαν από το 496 π.α.χ.χ. και οι Ρωμαίοι, που καθιέρωσαν για αυτά την 8η Απριλίου του κάθε έτους, σε ανάμνηση του θριάμβου τους κατά των Λατίνων στη μάχη της Ρηγίλλης, κατά την οποία η παράδοση ήθελε να έχουν επιφανεί οι Διόσκουροι πάνω σε λευκά άλογα ως συμπολεμιστές των Ρωμαίων. 

Το 414 κτίσθηκε στο Φόρουμ της Ρώμης περικαλής Ναός τους που φιλοξενούσε και συνεδριάσεις της Συγκλήτου, ενώ άλλο μεγάλο λατρευτικό κέντρο υπήρξε το Τusculum, καθώς και η Όστια, το επίνειο της Ρώμης. Στο Άργος, όπου ο Κάστωρ εθεωρείτο αρχηγέτης των γενών της Λέρνης και ένας από τους Δώδεκα Ολυμπίους Θεούς, οι Έλληνες εώρταζαν επίσης προς τιμήν των Διοσκούρων τα λεγόμενα «Μιξαρχαγέτια» με θυσίες και πλούσια δείπνα. Στην Αθήνα λατρεύονταν με το όνομα Άνακες ή Άνακτες Παίδες.  

Η λατρεία των Διοσκούρων τέθηκε εκτός νόμου το 359 από τον χριστιανό αυτοκράτορα Κωστάντιο που διέταξε την καταστροφή όλων των Ιερών τους και την θανάτωση όλων των ιερέων τους.  

(849)

1,142 total views, 2 views today

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης : “Εν Σπάρτη”

kavafis1_520_b

Δεν ἤξερεν ὁ βασιλεύς Κλεομένης, δεν τολμοῦσε –
δεν ἤξερε ἕναν τέτοιον λόγο πῶς νά πεῖ
πρός τήν μητέρα του: ὅτι απαιτοῦσε ὁ Πτελεμαῖος
γιά ἐγγύησιν τῆς συμφωνίας των ν’ ἀποσταλεί κι αὐτή
εἰς Αἴγυπτον καί νά φυλάττεται∙
λίαν ταπεινωτικόν, ἀνοίκειον πρᾶγμα.
Κι ὅλο ἤρχονταν γιά νά μιλήσει∙ κι ὅλο δίσταζε.
Κι ὅλο ἄρχιζε νά λέγει∙ κι ὅλο σταματούσε.

Μά ἡ υπέροχη γυναῖκα τόν κατάλαβε
(εἶχεν ἀκούσει κιόλα κάτι διαδόσεις σχετικές),
καί τόν ἐνθάρρυνε νά ἐξηγηθεῖ.
Καί γέλασε∙ κ’ εἶπε βεβαίως πηαίνει.
Και μάλιστα χαίρονταν που μποροῦσε να ‘ναι
στό γῆρας της ὠφέλιμη στήν Σπάρτην ἀκόμη.

Ὅσο γιά τήν ταπείνωσι – μά ἀδιαφορούσε.
Το φρόνημα τῆς Σπάρτης ἀσφαλῶς δεν ἦταν ἱκανός
νά νοιώσει ἕνας Λαγίδης χθεσινός∙
ὅθεν κ’ ἡ ἀπαίτησίς του δεν μποροῦσε
πραγματικῶς νά ταπεινώσει Δέσποιναν
Ἐπιφανή ὡς αὐτήν∙ Σπαρτιάτου βασιλέως μητέρα.

[1928]

Ο Κλεομένης Γ΄ υπήρξε βασιλιάς της Σπάρτης από το 236 π.Χ. μέχρι το 222 π.Χ. κι επιχείρησε να αναδιοργανώσει τη χώρα του, ώστε να μπορέσει για μία ακόμη φορά η Σπάρτη να αποτελέσει κυρίαρχη δύναμη στην Πελοπόννησο. Οι προσπάθειές του είχαν θετικά αποτελέσματα μέχρι τη στιγμή που ο αρχηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας -της ολιγαρχικής παράταξης της Πελοποννήσου- Άρατος της Σικυώνος, κάλεσε σε βοήθεια το βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο Γ΄ Δώσωνα (224 π.Χ.). Η δράση του Αντίγονου προκάλεσε μεγάλες δυσκολίες στον Κλεομένη που αναγκάστηκε να ζητήσει τη βοήθεια του βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου Γ΄ του Ευεργέτη. Ο Πτολεμαίος φάνηκε πρόθυμος να βοηθήσει τον Κλεομένη υπό την προϋπόθεση ότι θα λάμβανε ως ομήρους τη μητέρα του Κλεομένη, την Κρατησίκλεια, καθώς και τα παιδιά του.
Ο Κλεομένης, όμως, παρά τη βοήθεια του Πτολεμαίου δεν κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τον Αντίγονο, ο οποίος αποδεκάτισε το στρατό του και τον ανάγκασε να καταφύγει κι εκείνος στην Αίγυπτο. Ο Κλεομένης θεώρησε ότι θα μπορούσε με τη βοήθεια του Πτολεμαίου να επανέλθει στη Σπάρτη, αλλά η δολοφονία του Πτολεμαίου του Γ΄ και η άνοδος στο θρόνο του Πτολεμαίου του Δ΄ του Φιλοπάτορα, είχε τραγικές συνέπειες για το Σπαρτιάτη βασιλιά. Ο Φιλοπάτωρ φυλάκισε τον Κλεομένη κι όταν αυτός προσπάθησε να αποδράσει ήρθε αντιμέτωπος με το στρατό του Πτολεμαίου και προτίμησε να αυτοκτονήσει από το να παραδοθεί, ενώ στη συνέχεια ο Πτολεμαίος διέταξε να εκτελεστεί η μητέρα του Κλεομένη Κρατησίκλεια και τα παιδιά του.

kratisikleia
Το «Ἐν Σπάρτη» είναι ένα από τα ποιήματα πολιτικής του Καβάφη, με το οποίο ο ποιητής προβάλλει το ήθος της Κρατησίκλειας κι επιχειρεί να αναδείξει τη μητέρα του βασιλιά της Σπάρτης ως ιδανικό πρότυπο ηγέτη. Η Κρατησίκλεια παρά το γεγονός ότι είναι ήδη σε μεγάλη ηλικία και παρά το γεγονός ότι η μετάβασή της στην Αίγυπτο μπορεί να σημάνει το τέλος της, είναι έτοιμη να θυσιαστεί για τη χώρα της, καθώς θέτει τον εαυτό της στην υπηρεσία του λαού της, όπως άλλωστε θα έπρεπε να κάνει κάθε πραγματικός ηγέτης.
Το πρώτο μέρος του ποιήματος παρουσιάζει τη μεγάλη δυσκολία που έχει ο Κλεομένης να ζητήσει από τη μητέρα του να αφήσει τη χώρα της και να πάει ως όμηρος του Πτολεμαίου στην Αίγυπτο. Ο Καβάφης δεν αναφέρεται στα παιδιά του Κλεομένη, καθώς το ποίημα επικεντρώνεται στην Κρατησίκλεια.
Είναι ιδιαίτερα παραστατικός ο τρόπος με τον οποίο ο ποιητής παρουσιάζει τη διστακτικότητα του Κλεομένη «δεν ήξερε – δεν τολμούσε – δεν ήξερε» και αμέσως πιο κάτω «κι όλο ήρχονταν – κι όλο δίσταζε – κι όλο άρχιζε – κι όλο σταματούσε». Με την εμφατική αυτή παρουσίαση του δισταγμού του Κλεομένη, ο Καβάφης κατορθώνει να τονίσει την ευκολία με την οποία η Κρατησίκλεια αποδέχεται να πάει ως όμηρος του Πτολεμαίου «Καί γέλασε∙ κ’ εἶπε βεβαίως πηαίνει.» Αυτό που για τον Κλεομένη έμοιαζε τόσο δύσκολο να το ζητήσει, για την Κρατησίκλεια είναι πολύ εύκολο να το αποδεχτεί, γιατί είναι δεδομένο για την «υπέροχη γυναίκα» ότι εφόσον η πατρίδα της τη χρειάζεται θα πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί. Η Κρατησίκλεια δε σκέφτεται την ταλαιπωρία, τον κίνδυνο ή την ταπείνωση, εκείνο που προέχει είναι το καλό της Σπάρτης και όχι η δικής της άνεση και ασφάλεια. Σε αντίθεση με τους περισσότερους ηγέτες που διαρκώς αναζητούν τρόπους να ωφεληθούν από τα προνόμια που τους διασφαλίζει η εξουσία που διαχειρίζονται, η Κρατησίκλεια σκέφτεται μόνο πώς θα μπορέσει να φανεί χρήσιμη στην πατρίδα της.
Σε ό,τι αφορά άλλωστε το θέμα της ταπείνωσης, η Κρατησίκλεια αδιαφορεί, καθώς μια Σπαρτιάτισσα ποτέ δε θα σκεφτόταν το τίμημα μπροστά στη δυνατότητα που της παρουσιάζεται να βοηθήσει τη χώρα της. Την Κρατησίκλεια καθόλου δεν την απασχολεί αν θα πρέπει να ταπεινωθεί ή ακόμη και να πεθάνει, από τη στιγμή που αυτό θα γίνει προς όφελος της πατρίδας της κι αυτό είναι κάτι που ένας Λαγίδης δεν μπορεί να το κατανοήσει. Η δυναστεία των Πτολεμαίων (ονομάστηκαν Λαγίδες από τον πατέρα του πρώτου Πτολεμαίου τον Λάγο) είχε ιδρυθεί μόλις το 305 π.Χ., γεγονός που σήμαινε ότι δεν είχαν τη μακραίωνη παράδοση της Σπάρτης ούτε τη μεγάλη παράδοση των βασιλικών οικογενειών της, που πάντοτε αφιέρωναν τη ζωή τους στην προστασία και την ευημερία της πατρίδας τους. Ο Λαγίδης μπροστά στην Κρατησίκλεια είναι χθεσινός, δεν μπορεί για κανένα λόγο να καταλάβει τι σημαίνει να υπηρετείς το έθνος σου με κάθε τρόπο, ούτε μπορεί να αντιληφθεί την τιμή που αντλεί ένας Σπαρτιάτης από τη δυνατότητα που του παρέχεται να θυσιαστεί για την πατρίδα του.
Η Κρατησίκλεια αναδεικνύεται ένα από τα ωραιότερα πρότυπα ηγετικής προσωπικότητας στην ποίηση του Καβάφη και με το παράδειγμά της ορίζει την ιδανική στάση κάθε ανθρώπου που έχει την τιμή να ηγείται ενός έθνους.

(1086)

1,402 total views, 2 views today

Η πρώτη φορά που έπεσε η Σπάρτη…

spearfront2650

Κανένας δεν παραδίδει την Σπάρτη… 

Ο Αντίγονος φτάνει την άλλη μέρα μπροστά στη Σπάρτη. Τα πτώματα των νεκρών της Σελλασίας είναι αψευδείς μάρτυρες ότι δεν υπάρχει άμυνα στην πόλη. Στέλνει κήρυκα και γυρεύει να του παραδώσουν την πόλη. Όλοι έχουν μείνει σύμφωνοι με την γνώμη του Κλεομένη ότι πρέπει να παραδοθούν. Μα κανένας δεν τολμάει να κάνει την παράδοση, να πει στον κήρυκα του Αντιγόνου το ναι. Κανένας Σπαρτιάτης δεν βρέθηκε να παραδώσει την Σπάρτη. Κι η Σπάρτη ήταν ατείχιστη και στηριζόταν μόνο στα στήθη των πολεμιστών της. Μα οι πολεμιστές έχουν μείνει για πάντα στα στενά της Σελλασίας για να διαλαλούν πως ο κλασικός κόσμος του Αιγαίου, ο πολιτικός άνθρωπος, θάφτηκε μαζί τους. Στην Σπάρτη υπάρχουν μόνο τα φαντάσματα του αλλοτινού της μεγαλείου. Κι είναι αυτά που κρατάνε δεμένη την λογική των λειψάνων που ζουν ακόμα. Αυτά τα λείψανα του μεγαλείου της Σπάρτης στέκονται με τα όπλα στα χέρια στην περίμετρο της πόλης. Στέκονται όρθια, φρουροί της ιστορίας της Σπάρτης όχι για να πολεμήσουν αλλά για να πέσουν. Η Σπάρτη πέφτει, δεν παραδίνεται. Πνίγεται μέσα στο αίμα των παιδιών της. Είναι κάτι που κάνει τη λογική του ανθρώπου να σταματάει. Ο κήρυκας του Αντιγόνου δεν παίρνει καμμία απάντηση. Οι φρουροί της Σπάρτης, μετρημένοι σε εκατοντάδες, στέκουν σιωπηλοί, ακίνητοι στην περίμετρο της πόλης με τα μάτια βυθισμένα στο παρελθόν, στο μύθο της Σπάρτης τυλιγμένοι τη δόξα και το μεγαλείο του αιώνα. Μπροστά τους σχολάγανε οι νικητήριες κραυγές των Μακεδόνων, αλλά η Σπάρτη δεν ακούει, δεν σαλεύει, δεν ζει. Όλη η πόλη φαίνεται να χάθηκε στο παρελθόν. 
Οι εχθροί μπήκαν στην πόλη. 
Ο Αντίγονος διατάσσει επίθεση. Οι τελευταίοι φρουροί πέφτουν στη θέση τους, γιατί μόνο πάνω από τους νεκρούς Σπαρτιάτες περνάει ο εχθρός. Μπαίνει έτσι μέσα σε μία πόλη φαντασμάτων. Και νοιώθει και ο ίδιος δέος μπροστά στο μεγαλείο τούτων των ανθρώπων. Ο Πολύβιος γράφει απλά: 
«Ο Αντίγονος κυρίευσε με έφοδο τη Σπάρτη και φέρθηκε γενικά με μεγαλοψυχία και φιλανθρωπία στους Λακεδαιμόνιους. Και αφού αποκατάστησε το παλιό πολίτευμα, ανεχώρησε ύστερα από λίγες ημέρες με όλο του τον στρατό από την Σπάρτη». 
Και ο Πλούταρχος που έχει σαν πηγή του το Φύλαρχο, αφού επαναλάβει τα όσο γράφει ο Πολύβιος προσθέτει ότι φέρθηκε γενικά κατά τρόπο φιλάνθρωπο: 
«Χωρίς να ταπεινώσει το κύρος της Σπάρτης ούτε να την εξευτελίσει». 
 Ο Κλεομένης είχε δίκιο στους υπολογισμούς του. Ο Αντίγονος δεν πείραξε την Σπάρτη. Αυτό που τον ενδιαφέρει τώρα είναι να σβήσει αυτή την φωτιά που είναι πάντα απειλητική. Ήθελε να ηρεμήσουν τα πράγματα, να ξεχαστούν. Και έχουμε εδώ μία εκπληκτικά διαφορετική συμπεριφορά του αντιγόνου. Δεν έχει να κάνει με την Μαντινεία ή τον Ορχομενό, που τις έσφαξε και τελείωσε. Εδώ δεν είναι μόνο η Σπάρτη σαν πόλη αλλά όλη η Λακωνία. Τη Μαντινεία και τον Ορχομενό τις εξολόθρευσε γιατί είχαν μείνει σαν πόλεις και μπόρεσε να πιάσει όλους τους κατοίκους μέσα σ’ αυτές. Στην Σπάρτη τα πράγματα είναι διαφορετικά. Όταν φτάνει αυτός εκεί, η δύναμή της βρίσκεται στην Λακωνία. Η ίδια ήταν κιόλας πόλη φαντασμάτων. Δεν είναι η φιλανθρωπία που σώζει την Σπάρτη. Ούτε ο σεβασμός του Μεγαλείου της. Άνθρωποι σαν τον Άρατο δεν είχαν τέτοιους ανόητους συναισθηματισμούς όταν επρόκειτο να εξυπηρετήσουν τον κόσμο τους. Η συμπεριφορά των νικητών υπαγορεύεται από τον φόβο της επανάστασης που έχει αγκαλιάσει όλη την Λακωνία, από το φόβο ότι μία πράξη βίας θα προκαλούσε εκρήξεις, που μπορούσαν να ανατρέψουν τα πάντα. Έτσι θα θυσιάσει στα ιερά της Σπάρτης, πράξη που επισφραγίζει την νίκη και θα αφήσει τοποτηρητή του εδώ τον Βοιωτό Βραχύλη για να εδραιώσει ένα φιλικό προς τους Μακεδόνες καθεστώς και θα φύγει. 
officersword600

Το τέλος του κλασικού κόσμου. 
Με την μάχη της Σελλασίας κλείνει η αυλαία της τραγωδίας του κλασικού κόσμου του Αιγαίου, που είχε αρχίσει με την ανατροπή της ηγεμονίας των Αχαιών από τους ντόπιους με την βοήθεια των Δωριέων-Ηρακλειδών. Το παράξενο της τραγωδίας αυτής είναι ότι η αυλαία κλείνει με νικητή την Αχαϊκή Συμπολιτεία ένα κακέκτυπο του αχαϊκού κόσμου. Η πόλη κράτος αφού σφάδαζε πάνω από έναν αιώνα, γονατίζει οριστικά με την μάχη της Σελλασίας. Η κίνηση του Κλεομένους για μία αναζωογόνησή της σε νέα επίπεδα είχε πνιγεί και είχε ταφεί μαζί με τα πτώματα των μαχητών της Σπάρτης. Ο τραγικός πολιτικός άνθρωπος παραμερίζεται οριστικά. Όλα τα κατοπινά γεγονότα στη Λακωνία και στην Πελοπόννησο είναι οι σπασμοί θανάτου αυτού του κόσμου που ηττημένος και θανάσιμα πληγωμένος δεν εννοεί να αφεθεί στο θάνατό του. 
Στη μάχη της Σελλασίας δεν νίκησε ο Αντίγονος αλλά ο Άρατος. Και ο Άρατος ή καλύτερα οι τύποι  του Άρατου που κατέστρεψαν την προσπάθεια του Κλεομένους θα σκάψουν τον λάκκο για να πέσει και η ίδια η Μακεδονία. Χωρίς να το καταλάβει ο Αντίγονος είχε καταστρέψει τη μοναδική δύναμη που θα μπορούσε να αντισταθεί στους Ρωμαίους. Με τους Ρωμαίους θα αναμετρηθούν σε λίγο που έρχονται να προστατέψουν τον κόσμο του Άρατου. Οι διάδοχοι του Αντίγονου, ο Φίλιππος Ε’ και Περσέας, θα αναζητήσουν δυνάμεις για να αντισταθούν. Και θα κατανοήσουν ότι οι μόνες δυνάμεις που μπορούσαν να αντισταθούν ήταν εκείνες που προσπαθούσε να αφυπνίσει ο Κλεομένης με την επανάστασή του. Και θα προσπαθήσουν και αυτοί να τις αφυπνίσουν αλλά θα είναι αργά. Τις δυνάμεις αυτές τις δολοφόνησαν οι ίδιοι οι Μακεδόνες στην Μαντινεία, στον Ορχομενό, στη Σελλασία.  
(Από το περιοδικό «ΤΟΤΕ», τεύχος 7, Αθήναι 1983)
  (996)

1,153 total views, no views today

Η “ΡΗΤΡΑ” ΤΟΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ

Lycurgus

Η υπό την καθοδήγηση του Μαντείου των Δελφών κατάθεση της νομοθεσίας («Ρήτρας») του Λυκούργου, ήλθε να εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς πολιτικής και κοινωνικής ευνομίας σε μία πραγματικότητα έως τότε πολύ δύσκολη στη διαχείρισή της. Έως τότε, αν δεχθούμε την περιγραφή του Ηροδότου, οι Σπαρτιάτες ήσαν «ΚΑΚΟΝΟΜΩΤΑΤΟΙ ΣΧΕΔΟΝ ΠΑΝΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ» και διευθετούσαν τις διαφορές τους με βάση τους λεγομένους «Τεθμούς», δηλαδή πατροπαράδοτους θεσμούς, άγραφους φυλετικούς νόμους, που ίσχυαν τουλάχιστον από την μακρινή εποχή του Αιγιμιού, βασιλέως των Δωριέων, πριν την επιστροφή των Ηρακλειδών στην Πελοπόννησο.  

13_01_lycurgus

Με τη λυκούργεια «Ρήτρα» (εκ του ρήματος «είρω», λέγω),

«ΔΙΟΣ ΣΥΛΛΑΝΙΟΥ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣ ΣΥΛΛΑΝΙΑΣ ΙΕΡΟΝ ΙΔΡΥΣΑΜΕΝΟΝ, ΦΥΛΑΣ ΦΥΛΑΞΑΝΤΑ ΚΑΙ ΩΒΑΣ ΩΒΑΞΑΝΤΑ, ΤΡΙΑΚΟΝΤΑ ΣΥΝ ΑΡΧΑΓΕΤΑΣ ΚΑΤΑΣΤΗΣΑΝΤΑ, ΩΡΑΣ ΕΞ ΩΡΑΣ ΑΠΕΛΛΑΖΕΙΝ ΜΕΤΑΞΥ ΒΑΒΥΚΑΣ ΤΕ ΚΑΙ ΚΝΑΚΙΩΝΟΣ, ΤΟΥΤΟΥΣ ΕΙΣΦΕΡΕΙΝ ΤΕ ΚΑΙ ΑΦΙΣΤΑΣΘΑΙ, ΔΑΜΩι ΔΕ ΤΑΝ ΚΥΡΙΑΝ ΗΜΕΝ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ»

(όπως τη διασώζει ο Πλούταρχος), ετέθησαν οι Θεοί Ζεύς και Αθηνά ως επόπτες του πολιτεύματος, διατηρήθηκε η παλαιά φυλετική διαίρεση αλλά σε συνάρτηση εκείνης που είχε προκύψει εκ του εν Σπάρτη εδραίου βίου και των «συνοικισμών», ωρίσθησαν ως θεμελιώδεις αρχές της πόλεως οι 2 βασιλείς («Αρχαγέται»), η Γερουσία και η Εκκλησία του Δήμου (που οι μεταγενέστερες πηγές αποκαλούν και «Απέλλα») με συνεδριάσεις ανά τακτά χρονικά διαστήματα και, τέλος, διετυπώθη για πρώτη φορά εν Ελλάδι η δημοκρατική αρχή ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν εκ του σώματος των πολιτών και όλα τα αγαθά καταλήγουν υπέρ αυτού. Το τελευταίο, απετέλεσε  εξαιρετική παραχώρηση για τα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα της συγκεκριμένης εποχής, η οποία μάλιστα ίσως και να εγέννησε ισχυρές αντιδράσεις των ισχυρών, δεδομένου ότι έναν περίπου αιώνα μετά την εφαρμογή της εδολοφονήθη υπ’ αυτών ο βασιλεύς Πολύδωρος.   

Η Εκκλησία του Δήμου, εκλέγουσα τα μέλη της «Γερωχίας» (Γερουσίας), τους Εφόρους και τους λοιπούς άρχοντες (τον Επιμελητή, τους 5 Συνάρχους, του Πυθίους, τους 20 Αρμοστές, τους Κρεοδέτες, τους Προξένους, τους 5 Πρέσβεις, τους 5 Αγαθοεργούς, τους Παιδονόμους, κ. ά.) ψηφίζουσα τους νόμους, επιλύουσα τις έριδες περί διαδοχής του θρόνου και αποφασίζουσα περί πολέμου ή ειρήνης, καθώς και περί συνθήκης ή περί συμμαχίας, είχε όλη την πολιτική δικαιοδοσία, στερούμενη έναντι της πολύ μεταγενεστέρας της αθηναϊκής που όλοι γνωρίζουμε, μόνον της δικαστικής εξουσίας την οποία ασκούσαν οι Βασιλείς, η Γερουσία, οι Έφοροι και άλλοι άρχοντες τους τίτλους των οποίων δεν γνωρίζουμε, άπαντες πάντως, πλην των βασιλέων, εκλεγέντες υπό του Δήμου και μόνον αυτού.   
   

(Από το βιβλίο του Βλάση Γ. Ρασσιά “Επίτομος Ιστορία των Σπαρτιατών”, εκδόσεις “Ανοιχτή Πόλη”) (600)

757 total views, 1 views today

ΝΙΚΩΝ Ο “ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ” Ο ΕΞΟΛΟΘΡΕΥΤΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΓΟΝΩΝ ΜΑΣ

NIKON

 
Ο «όσιος» Νίκων μεταφέρει τον λόγο του Ναζωραίου στους Έλληνες Εθνικούς της Λακωνίας (σχέδιο του Αποστόλου Βούλγαρη, 2001).

 

600 περίπου. Η «Λακεδαιμονία», η οποία επί δύο περίπου αιώνες εστέγαζε την δράκα των τοποτηρητών της πρωτοβυζαντινής αυταρχίας, με άρχοντα διοικητή διορισμένο πότε απευθείας υπό των θεομανών αυτοκρατόρων της Nova Roma (Νέας Ρώμης) του Βοσπόρου και πότε υπό του Στρατηγού του «Θέματος Πελοποννήσου» που ήδρευε στην Κόρινθο, εγκατελήφθη σταδιακώς από τα μη Εθνικά στοιχεία. Η χριστιανική της Επισκοπή έκλεισε και αρκετοί εκ των Σπαρτιατών του Ταϋγέτου και του Πάρνωνος επέστρεψαν σ’ αυτήν, μαζί με τα λείψανα των πολιτικοθρησκευτικών Εθνικών θεσμών τους. Οι ελάχιστες εκκλησίες ερημώθησαν και, όπως αποδεικνύεται εκ της πλήρους απουσίας βυζαντινών νομισμάτων της εποχής, μετά τον Γιουτπράδα (Ιουστινιανό) οι ελεύθεροι Έλληνες της λακωνικής γής κατέφυγαν στην ανταλλακτική οικονομία προς εξασφάλιση της αυταρκείας και αυτονομίας τους.

700 περίπου. Πτωχικοί μικροπληθυσμοί μη χριστιανών «Σλάβων», ή «Χορβατών», ή «Παγανών», όπως τους απεκάλουν οι Βυζαντινοί, άρχισαν να κατέρχονται ειρηνικώς έως την Πελοπόννησο και, αναζητώντας έναν ασφαλή τόπο να εγκατασταθούν μακριά από την βία των χριστιανών, άρχισαν να ιδρύουν οικισμούς στην Κορινθία, την Αχαϊα, την Ηλεία, την Αρκαδία, καθώς και στην Λακωνία, ανεμπόδιστοι από τους εκεί Έλληνες Εθνικούς. Τρείς μη χριστιανικές εθνικές κοινότητες, οι Έλληνες Εθνικοί, οι «Παγανοί», και κάποιοι ελάχιστοι Ιουδαίοι, θα ζήσουν έκτοτε μέσα στην πόλη της «Λακεδαιμονίας» επί πολλές δεκαετίες, δίχως προστριβές, παρόλο  που η κάθε  κοινότης ετη
ρούσε τα δικά της ειωθότα, σε μία θαυμαστή ανεκτικότητα που άντεξε όσο έμεινε μακριά από την Λακωνική η μισαλλοδοξία των Βυζαντινών, των οποίων η ισχνή παρουσία, κυρίως με εποίκους, περιορίζετο γύρω μόνον από την Μονεμβάσια. Πρέπει εδώ να τονισθεί ιδιαιτέρως το γεγονός ότι δεν επρόκειτο για επιδρομή όπως παρουσίαζαν την όλη κίνηση των σλαβικών ομάδων οι παντελώς αναξιόπιστοι Βυζαντινοί, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ο ανιστόρητος μύθος ότι όλη η χώρα των Ελλήνων «εσλαβώθη», αλλά γι’ απλή και ειρηνική εγκατάσταση διωκομένων μη χριστιανικών πληθυσμών. Επί του ζητήματος, υπάρχει από το 1922 μία εξαιρετική εργασία του Περικλέους Ζερλέντου, που αποδεικνύει ότι είναι χυδαίες παραποιήσεις της ιστορικής αληθείας τα όσα έχουν αφελώς συναχθεί υπό ευρωπαίων ιστορικών κυρίως, των τελευταίων 2 – 3 αιώνων με αφορμή τις φαντασιοπληξίες τού συναξαριστή του «Αποστόλου» Ανδρέου, ή του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου. Ο τελευταίος αυτός μάλιστα,  αγνοούσε  παντελώς  την 
ελλαδική πραγματικότητα (σελ. 6) και μάλιστα ο ως άνω συγγραφέας τον αποκαλεί δικαιολογημένα και, κυρίως, τεκμηριωμένα «μικρόλογο, μικρόνου και θρήσκο» (σελ. 6): «Ο εστεμμένος συγγραφεύς ουδεμίαν είχε συναίσθησιν εθνικήν, καλών την Κρήτην θεόλεστον. Ούτος διέπλασεν επί το μυθικώτερον το συνεξάριον του Πρωτοκλήτου ως προς την πολιορκίαν και απαλλαγήν της πόλεως των Πατρών από των πολιορκούντων αυτήν Σλάβων και Σαρακηνών… Τοιούτος ελαφρός τον νούν και την συναίσθησιν, ανέλαβε να ιστορήση τα των Σλάβων εν Πελοποννήσω και προσέτι παρέδωκεν ημίν εξ ελαφρότητος και κουφότητος ότι τάχα  ε σ λ α β ώ θ η  πάσα η Πελοπόννησος και γέγονε βάρβαρος… » (σελ. 7). 

727 Ελλαδικοί και νησιώτες Έλληνες, εστασίασαν στο πλευρό του «τουρμάχου» Αγαλλιανού κατά του εικονομάχου αρμενικής καταγωγής αυτοκράτορος Λέοντος και εξεστράτευσαν κατά της Κωνσταντινουπόλεως με μεγάλο στόλο, ο οποίος όμως κατεστράφη σε ναυμαχία υπό του «Υγρού Πυρός» των Βυζαντινών. Αποτέλεσμα αυτής της ήττας ήταν να τεθεί όλη η Ελλάδα, με διάταγμα του Λέοντος, υπό την άμεση εξουσία του Πατριάρχου. 

746 – 747 Διετής μεγάλος  λοιμός, προερχόμενος εκ της Καλαβρίας και της Σικελίας, εσάρωσε  τους  πληθυσμούς  της   Χερσονήσου του Αίμου και των νήσων, συμπεριλαμβανομένης και της Λακωνικής, με περισσότερα θύματα ωστόσο στους επήλυδες Βυζαντινούς γύρω από την Μονεμβάσια. 

755  Για  να  πυκνώσει  τον  αποδεκατισθέντα υπό του μεγάλου λοιμού, πληθυσμό της Νέας Ρώμης (Κωνσταντινουπόλεως), ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος, επανέφερε μεγάλα πλήθη Βυζαντινών εποίκων και έτσι αδυνάτισε επί πολλές δεκαετίες η Βυζαντινή παρουσία στους τόπους των Ελλήνων, ιδιαιτέρως δε στην Πελοπόννησο και την Λακωνική. Οι Εζερίτες Σλάβοι κατέκλυσαν την εκκενωθείσα περιοχή του Έλους, η οποία εκ του φυλετικού τους ονόματος απεκλήθη έκτοτε Εζερού. 
 
783 Μετά από στρατιωτική προσπάθεια των Βυζαντινών να επέμβουν στην ελευθέρα Λακωνία και εκτός του συστηματικού εποικισμού, με την βία των όπλων, ο Βυζαντινός «Πατρίκιος και Λογοθέτης του Οξέως Δρόμου» Σταυράκιος, συμφώνως προς την διήγηση του Βυζαντινού χρονογράφου Θεοφάνους, κατέστειλε μεγάλη ανταρσία των μη χριστιανών της περιοχής και μετέφερε πλήθος εξανδραποδισθέντων εντοπίων και λαφύρων στην Νέα Ρώμη του Βοσπόρου. Οι διασωθέντες Εζερίτες και Μελιγγοί Σλάβοι, κατέφυγαν στις πλαγιές του Ταϋγέτου και του Πάρνωνος, στις ελεύθερες περιοχές των Εθνικών Ελλήνων. 

790 – 800 περίπου. Αποτυχημένη απόπειρα του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου (784 – 806) ο οποίος απεστρέφετο πάρα πολύ την Εθνική Παράδοση, να εκχριστιανίσει με την βία των όπλων, τους απομονωμένους μη χριστιανούς πληθυσμούς της Λακωνικής. Ο Ταράσιος, ήταν ένας εκ των ελαχίστων Βυζαντινών που εκείνη την εποχή κατείχαν μία μικρή γνώση Ρητορικής και Φιλοσοφίας, ως αποτέλεσμα μελετών του σ’ εκκλησιαστικές βιβλιοθήκες που περιείχαν βιβλία Εθνικών.

807 Το έτος αυτό εξέσπασε μεγάλη εξέγερση των Σλάβων της Αχαϊας κατά των Βυζαντινών, με την από θαλάσσης βοήθεια, των υπό τον Αρούν Αλ Ρασίδ Σαρακηνών, κατά την οποία επολιορκήθη η πόλη των Πατρών. Ο Βυζαντινός στρατηγός Λέων Σκληρός έπνιξε στο αίμα την εξέγερση, η οποία επαρουσιάσθη υπό της βυζαντινής προπαγάνδας της εποχής ως τάχα πολιορκία υπό ξένου στρατού, την οποία οδήγησε σε αποτυχία ένα… θαύμα του «Αποστόλου» Ανδρέου. Η κατ’ ουσίαν  ανθελληνική αυτή προπαγάνδα θαυματοπληξίας των χριστιανών, αφού αυτή και μόνον ήταν που έδωσε πολλούς αιώνες αργότερα λαβή σε ευρωπαίους ιστορικούς να ομιλούν για σλαβική τάχα προέλευση των Νεοελλήνων, διογκώθη αργότερα ακόμη περισσότερο: «…τα της επιδρομής των Σλάβων εις Πελοπόννησον και τα της πολιορκίας των Πατρών επί το μυθικότερον, επηύξησε το γράμμα του Πατριάρχου Νικολάου Γραμματικού (1084 – 1111). Ούτος, υπερέβη πάσαν υπερβολήν ότι επί διακόσια δέκα και οκτώ έτη οι Σλάβοι, απέταμον την Πελοπόννησον της ρωμαϊκής αρχής, ότι ουδέ πους Ρωμαίου ηδύνατο να βαδίση εν αυτή, αλλ’ εν μία ώρα δια του θαύματος του πρωτοκλήτου Ανδρέου, επανήλθεν η χερσόνησος υπό τα σκήπτρα τής εν Κωνσταντινουπόλει βασιλείας. Ούτω δε η Εκκλησία δια τοιούτων υπερβολών ενόμισεν ότι προήγε την δόξαν του «Αποστόλου» Ανδρέου διαστρέφουσα τα ιστορικά γεγονότα και περιβάλλουσα αυτά δια του μύθου» (Π. Ζερλέντου, ως άνω, σελ. 16). 

849 Ο Βυζαντινός στρατηγός Θεόκτιστος Βριαίνιος, κατά διαταγή του αυτοκράτορος Μιχαήλ Γ (842 – 867), κατέπνιξε μεγάλη υπερδεκαετή ανταρσία των πεδινών Μελιγγών και Εζεριτών της Λακωνικής.

880 – 900 περίπου. Η τελευταία μαζική λατρεία των Ολυμπίων Θεών, εκείνη των απομονωμένων κατοίκων της Λακωνικής, εξησθένισε ακόμη περισσότερο μετά από μανιώδεις επιχειρήσεις εκχριστιανισμού. Ο Κωνσταντίνος Ζ ο Πορφυρογένητος, έγραψε στο «Περί Διοικήσεως Της Αυτοκρατορίας» τα εξής: «Ίστεον ότι οι του κάστρου Μαϊνης οικήτορες, ουκ εισίν από της γενεάς των προρρηθέντων Σλαύων, αλλ’ εκ των παλαιοτέρων Ρωμαίων, οι και μέχρι του νύν παρά των εντοπίων Έλληνες προσαγορεύονται, δια το εν τοίς προπαλαιοίς χρόνοις ειδωλολάτρας είναι και προσκυνητάς των ειδώλων κατά τους παλαιούς Έλληνας, οίτινες επί της βασιλείας του αοιδίμου Βασιλείου (σημ. 867 – 886) βαπτισθέντες, Χριστιανοί γεγόνασιν..». Τ’ απομεινάρια των Ελλήνων Εθνικών περιορίσθησαν να ζούν έκτοτε στους απροσίτους οικισμούς τους επί του Ταϋγέτου, όπου ήδη εφιλοξενούντο από της εποχής των σφαγών του Σταυρακίου και οι ανυπότακτοι Μελιγγοί, που ήδη είχαν πλήρως εξελληνισθεί . 

940 περίπου. Νέα στάση των μη χριστιανών της Λακωνικής εναντίον της βυζαντινής εξουσίας, κατά την διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορος Ρωμανού, κατεστάλη υπό του στρατηγού Κρινίτου Αροτρά. Ακολούθησε ωστόσο μία περίοδος αναρχίας στην όλη περιοχή, καθώς διάφοροι Βυζαντινοί πρωτοσπαθάριοι και άρχοντες (Βάρδας Πλατυπόδης κ.ά.) προέβαιναν σ’ αλλεπάλληλες στάσεις κατά της εξουσίας του Ρωμανού, συνεπικουρούμενοι υπό του εντοπίου εθνικού στοιχείου. 

945 – 988 Ο αφιχθείς στην Λακωνική σκληρός Αρμένιος προσηλυτιστής Νίκων, ο αποκαλούμενος «Μετανοείτε», εκτός από την κατασφαγή των εν «Λακεδαιμονία» Ιουδαίων και των ανεπιδέκτων εκχριστιανισμού παγανιστών Σλάβων των πεδινών οικισμών της περιοχής (των «Τελχίνων» όπως τους έλεγαν σε μία προσπάθεια δαιμονοποιήσεως οι Βυζαντινοί), εφρόντισε και για την εξολόθρευση των τελευταίων ιχνών της «αρχαίας ειδωλολατρίας» που, προστατευομένη υπό του δυσπροσίτου Ταϋγέτου, ελειτουργούσε ελευθέρως και απροσκόπτως υπό την ηγεσία του Έλληνος «Εφόρου των Εθνικών γαιών» και «Δουκός των Εθνικών», Αντιόχου («…ός την δουκικήν μεν αρχήν διείπε της των εθνικών χώρας…», περιγράφεται στον «Βίο Νίκωνος» 156 β), επιδείξασα μάλιστα εξαιρετική αφομοιωτική δύναμη, δεδομένου ότι οι συνοικήσαντες Μελιγγοί είχαν εξελληνισθεί πλήρως, όπως προείπαμε, «ουδέν ίχνος αφήσαντες της επί του Ταϋγέτου εξοικίσεως αυτών»  (Περικλέους Ζερλέντου, ως άνω, σελ. 9). Ο Αρμένιος προσηλυτιστής εξόντωσε με τα ίδια του τα χέρια τον  «φιλοδαίμονα» και «αλαζόνα» Αντίοχο, (την δολοφονία αυτή, ο βιογράφος του Νίκωνος την παρουσιάζει βεβαίως σαν… μεταθανάτιο θαύμα του «Οσίου» !), εθανάτωσε τους ιερείς και όλους τους «τολμητίες και θρασυκαρδίους» αμεταπείστους, αφού προηγουμένως, όπως φαίνεται εκ της λεγομένης «Διαθήκης» του, με αφορμή μία εκ των πολλών επιδημιών («θανατικών») της εποχής, παρεκίνησε εξ Αμυκλών τους επήλυδες χριστιανούς της περιοχής (ο ίδιος ο βιογράφος του ομολογεί στον «Βίο» του ότι επρόκειτο περί «των της Λακεδαίμονος εποίκων», 130 α 25), να κυνηγήσουν τους Ιουδαίους της περιοχής και να καταστρέψουν τους τελευταίους Εθνικούς και τα  επί των  υψωμάτων πτωχικά Ιερά τους: «Εις τους οποίους εγώ αποκρίθηκα ότι επειδή και η οργή είναι θεϊκή, εσείς δεν έχετε πού να φύγετε, διατί ο Θεός όπου κατοικά εις τους ουρανούς κυριεύει και την Ανατολήν και την Δύσιν, και εις οποίον τόπον εσείς θέλετε υπάγηι, ευρίσκει σας. Όμως εσείς κάμετέ μου μίαν ομολογίαν ιδιόχειρον, ότι να μου υπακούσετε εις εκείνα οπού μέλλω να κάμω. Το οποίον είναι τούτο:  να ευγάλω  τους Εβραίους από μέσα από την χώραν, να υπάγουν έξω. Και τα μακελιά οπού είναι προς τον άγιον Επιφάνειον να τα χαλάσουν…» («Διαθήκη Νίκωνος», όπως εδημοσιεύθη στον «Νέο Ελληνομνήμονα», τεύχος 3.1906, με πολύ ενδιαφέρον το εντελώς άσχετο τρίτο πληθυντικό πρόσωπο που χρησιμοποιείται στο «να τα χαλάσουν»). Στην ίδια την πάλαι ποτέ  «κατείδωλον» Σπάρτη, έκτισε αμέσως μετά από όλα αυτά εκκλησία του «Σωτήρος Χριστού» επάνω στον ιερό λόφο του ιστορικού Ναού της Χαλκιοίκου Αθηνάς. Προηγουμένως μάλιστα, εξοντώθη («συνέβη και απέθανε») μυστηριωδώς ένας ακόμη Εθνικός που τον εμπόδιζε να κτίσει την εκκλησία του  στον ιερό τόπο,  καθώς  και αναρίθμητες άλλες εκκλησίες επάνω σε άλλα Ιερά (ή χρησιμοποιώντας τα συντρίμμια τους ως δομικά υλικά, όπως λ.χ. στις εκκλησίες των Γερονθών). Ταυτοχρόνως, οι Βυζαντινοί ολοένα μετέφεραν και εγκαθιστούσαν στην πεδινή Λακωνική κατά ομάδες, επήλυδες χριστιανούς, για ν’ αλλοιώσουν την εθνική σύνθεση των εντοπίων. 

Με αφορμή τις κακουργίες του Αρμενίου προσηλυτιστού,  κάποιες  εκ  των οποίων ο  ίδιος ο βιογράφος του έκαμε το λάθος να διασώσει, όπως έκαμαν, ευτυχώς για την ιστορική αλήθεια και άλλοι όμοιοί του, όπως λ.χ. ο ανεκδιήγητος εκείνος Μάρκος Διάκονος, πρέπει να μην αφήσουμε ασχολίαστο ένα λυπηρό αλλά κατά κόρον παρουσιαζόμενο φαινόμενο. Το ότι στρέφουν αποτόμως οι διαφόροι Ρωμιοί συγγραφείς «Ιστοριών»  της  Σπάρτης, ή  της Ελλάδος ευρύτερα, έναν  αόρατο  διακόπτη  του μυαλού
τους  και  όλως  ξαφνικά  καθυβρίζουν  για την μ.α.χ.χ. χρονική περίοδο τους ίδιους τους προγόνους τους, πλέκοντας εγκώμια από την άλλη  στους αδικαιολογήτους σφαγείς τους. Χαρακτηριστικό τέτοιο δείγμα αποτελεί η υπό του Π. Δούκα απαράδεκτη καθύβριση ως… «διεφθαρμένων» (…) των τελευταίων Λακεδαιμονίων Εθνικών, εκείνα τα ζοφερά χρόνια που εδέχοντο την τελική επίθεση των Βυζαντινών τα Ελληνικά Πάτρια και Τρόποι: «…προ πάντων δε τότε παρεκώλυον την διάδοσιν και επικράτησιν  των  χριστιανικών  ιδεών…», λες  και είναι κάτι το θετικό, πόσο μάλλον υποχρεωτικό, «…αφενός μεν οι εν τη Δυτική Μάνη Μηλιγγοί Σλάβοι, αφετέρου δε οι εν Σπάρτη  χάριν εμπορίου Ιουδαίοι, και τινες διεφθαρμένοι ευπατρίδαι συμπράττοντες  μετ’ αυτών». 

 

(Από το βιβλίο του Βλάση Γ. Ρασσιά “Επίτομος Ιστορία των Σπαρτιατών”)   (1105)

1,225 total views, 1 views today

Αββας Φουρμόν ΕΝΑΣ ΑΓΡΟΙΚΟΣ ΚΛΗΡΙΚΟΣ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΙ ΤΟΝ 18 ΑΙΩΝΑ Ο,ΤΙ ΕΙΧΕ ΑΠΟΜΕΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΣΠΑΡΤΗ.

 
 theater
Τα ερείπια του Θεάτρου της Σπάρτης, όπου ο

Φουρμόν κατέστρεψε πλήθος επιγραφών.
 


Ο Γάλλος αββάς Fourmont, μέγας καταστροφέας κλασικών αρχαιοτήτων, γεννήθηκε το έτος 1690 και ήταν αδελφός του ανατολιστή Etienne Fourmont. Διδάχθηκε την Ελληνική, Εβραϊκή και Συριακή γλώσσα και το έτος 1720 χειροτονήθηκε κληρικός και εν συνεχεία έγινε καθηγητής της Συριακής στο Γαλλικό Κολλέγιο (College de France) και διερμηνεύς στη Βασιλική Βιβλιοθήκη. Βοήθησε τον αδελφό του στις σινολογικές μελέτες του και το 1724 κατάφερε ν’ ανακηρυχθεί μέλος της Ακαδημίας Επιγραφών και Καλών Τεχνών.
Όπως εξιστορεί ο Κυριάκος Σιμόπουλος, στις αρχές του 1729, ο Fourmont έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, ως απεσταλμένος του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου ΙΕ, και εφοδιάσθηκε με φιρμάνι του Σουλτάνου Αχμέτ του Γ, με το οποίο αποκτούσε το δικαίωμα να ερευνήσει και να μελετήσει όσους αρχαιολογικούς χώρους ήθελε εντός της επικρατείας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με αυτό το φιρμάνι στο χέρι, ο  Γάλλος ιερωμένος κατέστη κυριολεκτικά ασύδοτος και επί δύο περίπου έτη διήλθε την κυρίως Ελλάδα, όχι μελετώντας αλλ’ αντιθέτως καταστρέφοντας συστηματικά σπάνιες αρχαιότητες.Στις 8 Φεβρουαρίου έφυγε μέσω Μυτιλήνης και Χίου για την Αθήνα, όπου αφίχθη στις 12 Απριλίου και έμεινε περίπου πέντε μήνες, καταγράφοντας αμέτρητες επιγραφές με τη βοήθεια των Οθωμανών και εκκλησιαστικών αρχόντων, πληρώνοντας 3 παράδες για κάθε ενεπίγραφο μάρμαρο που του έφερναν. Έπειτα μετέβη στην Πελοπόννησο, η οποία ωστόσο εμαστίζετο την εποχή εκείνη από επιδημία πανώλης με χιλιάδες θύματα. Αφού «ερεύνησε» και ξεσήκωσε ό,τι μπορούσε από την Κορινθία (700 επιγραφές), την Αργολίδα (Ερμιόνη, όπου βρήκε 40 επιγραφές, Άργος, Λέρνη, Μυκήνες, Τίρυνθα, Μιδέα), την Αρκαδία (Μαντίνεια) και την Αχαΐα, κατέληξε στη Μεσσηνία. Προηγουμένως είχε περάσει από τη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου που τάχα διέθετε σημαντική βιβλιοθήκη. Αυτό που βρήκε ήταν μόνο αθλιότητα και παντελής αμορφωσιά: «…Μου είχαν πεί ότι η βιβλιοθήκη του Μ. Σπηλαίου ήταν η μεγαλύτερη σ’όλη την Ελλάδα. Φαμφαρονισμοί. Υπήρχαν μόνον 130 τόμοι, μισοκατεστραμμένοι από την υγρασία σε σημείο που δεν διαβάζονταν. Η δυσωδία από το σάπισμα του χαρτιού σου έφερνε λιποθυμία» (επιστολή στον Καρδινάλιο de Fleury, 17 Φεβρουαρίου 1730)

Από κάποιο μοναστήρι της Ιθώμης γράφει επίσης τον ίδιο μήνα: «οι μοναχοί ζουν ανέτως, αλλά οι συγγραφείς δυστυχούν. Τους καίνε, τους ακρωτηριάζουν, τους ανασκολοπίζουν, τους μαχαιρώνουν. Είδα βιβλία σάπια μέσα σε υγρές τρύπες βράχων και το μόνο που επέτυχα ν’ αποσπάσω ήταν μερικά άμορφα ράκη. Άλλα βρίσκονται σε υπόγεια, μουχλιασμένα και με ολότελα σβησμένα τα γράμματά τους..»

Από την Καλαμάτα, όπου έφτασε τον Φεβρουάριο του 1730, έγραψε ένα γράμμα προς τους προκρίτους της γειτονικής Ζαρνάτας της Μάνης, ζητώντας τους την άδεια να επισκεφθεί τη χώρα τους επειδή ήταν αυτοδιοικούμενη και δεν ίσχυε εκεί το σουλτανικό φιρμάνι. Μία εβδομάδα αργότερα, έχοντας ήδη λάβει την άδεια, έφθασε με συνοδεία ένστολων εντοπίων στη Ζαρνάτα, αλλά δεν προχώρησε στα ενδότερα της Μάνης, γιατί κατά τα γραφόμενά του «οι κάτοικοι της μέσα Μάνης ευρίσκονται διαρκώς εις πόλεμον, πότε με τους Τούρκους πότε αναμεταξύ των, οι παπάδες, οι μοναχοί και οι Επίσκοποι ακόμη περιφέρονται ένοπλοι και οι γυναίκες της Μάνης φέρουν πιστόλες. Οι Μανιάτες είναι λαός άγριος, αλλά έχει αγάπη προς την ελευθερίαν και μόνος του πόθος είναι η απόκτησις ωραίων όπλων».

FOURMONT

Φοβισμένος ο χριστιανός κληρικός από τα ήθη των Μανιατών, επέστρεψε μέσω Καλαμάτας και Μεγαλοπόλεως στο Μυστρά με απωθημένο πλέον το να καταστρέψει από την Αρχαία Σπάρτη ο,τιδήποτε δεν μπορούσε να μετακινηθεί και να σταλεί στη Γαλλία. Αμέριμνοι οι δημογέροντες του τόπου τον υπεδέχθησαν φιλικά και του παρείχαν διευκολύνσεις, καθώς ξήλωνε από τα μεσαιωνικά τείχη μερικά εντοιχισμένα ενεπίγραφα σπαρτιατικά βάθρα και αργότερα είκοσι ακόμη επιγραφές. Το συνεργείο του Γάλλου αββά ήταν πολυπληθέστατο, περίπου 60 εργάτες. Επί 53 συνεχείς ημέρες, σάρωσε σχεδόν τα πάντα στο Μυστρά, τη Σπάρτη και τις Αμύκλες. Κατεδαφίζοντας και ανασκάπτοντας μανιωδώς, απεκάλυψε περίπου 300 επιγραφές τις οποίες αντέγραψε και μετά άφησε έκθετες ή κατέστρεψε, καθώς και διάφορα άλλα ανάγλυφα, αναθήματα και μικροτεχνήματα, τα οποία εφόρτωσε σε πλοία και έστειλε στην Γαλλία.

Στην ίδια τη Σπάρτη, το καταστροφικό έργο του μοχθηρού Γάλλου αρχαιοκάπηλου εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη σφοδρότητα και βαρβαρότητα, όπως φαίνεται μέσα από επιστολή του τού Απριλίου 1730 προς τον φίλο του Φρενέ: «Τα ισοπέδωσα όλα, τα εκθεμελίωσα όλα… από τη μεγάλη αυτή πολιτεία δεν απέμεινε πλέον λίθος επί λίθου. Εδώ και πάνω από ένα μήνα, συνεργεία μου από 30 και μερικές φορές 40 ή 60 εργάτες γκρεμίζουν, καταστρέφουν, εξολοθρεύουν τη Σπάρτη. Ο γδούπος από το γκρέμισμα των τειχών, η πτώση των ογκολίθων έως τις όχθες του Ευρώτα, ακούγεται όχι μονάχα στη Λακωνία αλλά και σ’ ολόκληρο τον Μοριά και παραπέρα ακόμη. Τούρκοι, Εβραίοι και Γραικοί, έρχονται να δουν από πενήντα λεύγες μακριά, αλλά το μόνο που βλέπουν είναι διάσπαρτα χιλιάδες ενεπίγραφα μάρμαρα…

…Μιαν ημέρα, ο ανεψιός μου που επιστατούσε στις εργασίες, ανεκάλυψε μία δωδεκάδα μάρμαρα, εκπληκτικά, γεμάτα επιγραφές. Έστειλε αμέσως να με πληροφορήσει, φροντίζοντας στο δρόμο να το διαλαλήσει σε όλη την περιοχή, έτσι σε λίγο έφθασε στη Σπάρτη όλος ο Μυστράς. Αυτή τη στιγμή, μόνον 4 πύργοι των τειχών απομένουν όρθιοι… Για να είμαι ειλικρινής, εκπλήσσομαι κι εγώ με αυτή την εκστρατεία που ανέλαβα, από όσα τουλάχιστον έχω διαβάσει κανείς δεν έχει σκεφθεί έως σήμερα να εκθεμελιώσει ολόκληρες πολιτείες…

…Προτίθεμαι να μην αφήσω λίθο επί λίθου. Δεν γνωρίζω κύριε και αγαπητέ φίλε εάν υπάρχει στον κόσμο πράγμα ικανό να δοξάσει μια αποστολή περισσότερο από το να έχει τη δυνατότητα να σκορπίσεις στους ανέμους τη στάχτη του Αγησιλάου, από το ν’ ανακαλύψεις τα ονόματα των Εφόρων, των Γυμνασιαρχών, των Αγορανόμων, των φιλοσόφων, των ιατρών, των ποιητών, των ρητόρων, ονόματα  διασήμων γυναικών, ψηφίσματα της Γερουσίας, τη Ρήτρα του Λυκούργου. Οι Αμύκλες επίσης, ήσαν πολύ εγγύς για να τις αφήσω. Έστειλα και εκεί εργάτες και ισοπέδωσαν τα λείψανα του περίφημου ναού του Απόλλωνος.

50115

Φανταστείτε τη χαρά μου, η οποία θα ήταν βεβαίως μεγαλύτερη αν είχα λίγο περισσότερο χρόνο ν’ αφιερώσω, διότι υπάρχουν ακόμη η Μαντινεία, η Στύμφαλος, το Παλλάδιον, η Τεγέα και, κυρίως, η Νεμέα και η Ολυμπία. Θα άξιζε να τις φέρω και αυτές άνω κάτω, από τα θεμέλια έως την κορυφή. Έχω όλη τη δύναμη να το πράξω, κι επιπλέον απέκτησα μια οξυδέρκεια σε αυτού του είδους τη δράση. Δεν ομοιάζω με εκείνους που τρέχουν από πόλη σε πόλη απλώς για να ιδούν, εγώ επιδιώκω να παίρνω όλα τα  χρήσιμα πράγματα».

Δύο εβδομάδες μετά την πιο πάνω επιστολή, στις 20 Απριλίου του 1730, ο μοχθηρός κληρικός, σε επιστολή του προς τον πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη, αποδίδει τις ακρότητες και τους βανδαλισμούς του σε επιθυμία εκδικήσεως για την κακή τάχα συμπεριφορά των Μανιατών απέναντί του: «Επέρασα από έναν φοβερό τόπο, την περιβόητη Μάνη, που κατοικείται από έναν αιμοβόρο λαό. Είμαι πολύ ευτυχής που γλίτωσα. Έφυγα από την βάρβαρη πατρίδα τους χωρίς να αποκομίσω τίποτε το αξιόλογο, τίποτε για να βγουν τουλάχιστον τα έξοδά μου. Για να ξεσπάσω και για να εκδικηθώ αυτό το σκυλολόϊ, έρριξα τη θλίψη μου επάνω στην Αρχαία Σπάρτη. Δεν ήθελα να μείνει τίποτε από την πόλη που έκτισαν οι πρόγονοί τους. Την έσβησα, την κατέσκαψα, την εκθεμελίωσα, δεν της άφησα λίθο επί λίθου.

Και γιατί, θα ερωτήσει η εξοχότης σας, επέπεσα με τόση μανία επάνω σε αυτή την αρχαία πόλη, ώστε να την κάνω αγνώριστη, υποχρεώνοντάς τη να πληρώσει τις αμαρτίες των απογόνων της; Έχω την τιμή να σας απαντήσω, ότι ήταν πολύ αρχαία και έκρυβε με φιλαυτία κάτω από τα χώμα της πολλούς θησαυρούς, πράγμα που δεν μπορούσα να συγχωρέσω. Έως σήμερα κανείς ταξιδιώτης δεν ετόλμησε να τους αγγίξει, ακόμη και οι Βενετοί, παρά το ότι υπήρξαν κάποτε κυρίαρχοι αυτής της χώρας, τους εσεβάσθησαν. Εγώ έκρινα πως δεν έπρεπε να θρέφω ανάλογο σεβασμό και την ισοπέδωσα λοιπόν με κάθε επισημότητα, πράγμα που προεκάλεσε τον θαυμασμό των Τούρκων, ενώ οι Γραικοί εθύμωσαν και οι Εβραίοι έμειναν κατάπληκτοι. Είμαι ικανοποιημένος, διότι απέκτησα από αυτό το ταξίδι μου πράγματα ικανά να θαμπώσουν όλους τους σοφούς.

Ποιος θα επίστευε ποτέ ότι θα ήταν δυνατόν ν’ ανακαλυφθεί ο τάφος του Αγησιλάου και του Λυσάνδρου, αυτών των ενδόξων βασιλέων της Σπάρτης; Ποιός θα επίστευε πως θ’ ανεκάλυπτα, ύστερα από τόσους πολέμους, σεισμούς και άλλες θεομηνίες που αφάνισαν αυτή την πόλη, θαυμαστά μάρμαρα που μας κάνουν γνωστούς όλους τους Εφόρους, τους ρήτορες και άλλες προσωπικότητες, παντελώς άγνωστες, έως τουλάχιστον την τελευταία καταστροφή που έγινε από εμένα;

«Βιβλία δεν υπάρχουν», συνεχίζει στην επιστολή του. «Πολλοί δεν ξέρουν σ’ αυτή την χώρα ούτε να γράφουν, ούτε να διαβάζουν. Χρησιμοποιούν τα χειρόγραφα για φυσέκια. Κι αφού δεν υπάρχουν βιβλία, φρόντισα για κάτι άλλο, ώστε το ταξίδι μου να ωφελήσει τα Γράμματα. Αφοσιώθηκα με τόσο ενθουσιασμό σε αυτό και έδωσα τέτοια πλήγματα που ο αντίλαλός τους θα ακουστεί σε ολόκληρη την Ευρώπη. Δεν γκρεμίζει κανείς δύο και τρεις πολιτείες χωρίς θόρυβο. Εγώ τις κατέσκαψα, ενώ οι παλαιότεροι περιηγητές έρχονταν μόνο για να τις ανακαλύψουν».

Σε άλλη επιστολή του, αυτή τη φορά προς τον Ιταλό ιεραπόστολο Ντομένικο Ντε Λα Ρόκα που υπηρετούσε στη Γαλλική Πρεσβεία της Πόλης, γράφει: «δεν άφησα λίθο επί λίθου. Πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι βρίσκομαι σ’ ένα παραλήρημα χαράς που κατόρθωσα να καταστρέψω ολότελα τις ξακουστές αυτές πολιτείες, έτσι όπως γίνεται σε πόλεμο. Το έκανα για την Γαλλία, για την Αυτού εξοχότητα. Αυτό αποτελεί για μένα μια νέα δόξα».

Αποκαλυπτική για το βαθύ χριστιανικό μίσος που έθρεφε ο Γάλλος ιερωμένος κατά της «κατειδώλου» Σπάρτης και για τα μέσα που χρησιμοποίησε στο καταστροφικό του έργο, είναι και η επιστολή του προς τον Καρδινάλιο Φλερύ, στην οποία του αναγγέλλει ότι πήγε μεν στη Λακωνία σε αναζήτηση παλαιών χειρογράφων, πλην όμως «ο λαός, αυτά τα παιδιά της Λακεδαίμονος, δεν κράτησαν από τους προγόνους τους τίποτε άλλο από την αγάπη της ελευθερίας και τη μανία του πολέμου. Το όνειρό τους είναι να αποκτήσουν όπλα. Τα βιβλία τα χρησιμοποιούν για τα φυσέκια τους…

…Εκτόνωσα λοιπόν το θυμό μου στην κυριότερη πόλη της περιοχής, την αρχαία Σπάρτη. Το βλέμμα μου έπεσε επάνω στα κτίσματα που κατά την γνώμη μου έκρυβαν θησαυρούς για τα Γράμματα. Ήσαν κίονες, ανάβαθρα, ενεπίγραφες μετώπες. Ν’ αφήσω όλα αυτά σε άλλους (γιατί δεν είμαι εδώ ο μοναδικός ερευνητής), θα ήταν έλλειψη καλού γούστου, θα ήταν αδιαφορία για την τιμή του έθνους μου, θα σήμαινε πως είμαι ανάξιος να αντιληφθώ τις προθέσεις του βασιλιά μου και να εκπληρώσω τις διαταγές μου. Πρόκειται, όπως θα κατάλαβε η εξοχότης σας, για καλή υπηρεσία των Γραμμάτων.

Γι’ αυτό, εμίσθωσα εργάτες και κατέστρεψα εκ θεμελίων τα λείψανα της υπέροχης αυτής πολιτείας, σε σημείο που να μην απομείνει λίθος επί λίθου. Μπορεί, σεβασμιώτατε, να καταντήσει σε λίγο ένας άγνωστος τόπος, εγώ όμως έχω τον τρόπο να την αναστήσω στο πνεύμα των ανθρώπων, ακόμη και των πιο μακρινών γενεών, γιατί έχω καταρτίσει ολόκληρο κατάλογο των ιερέων και ιερειών της, των εφόρων, των αγορανόμων και των γυμνασίαρχων. Η καλή μου τύχη θέλησε να ανακαλύψω επιγραφές για πολλούς φιλοσόφους, ρήτορες, στρατηγούς, ποιητές, καλλιτέχνες, ακόμα και διάσημες γυναίκες, άγνωστες έως τώρα. Οι επιγραφές αυτές μας πληροφορούν ποιοί αυτοκράτορες ευεργέτησαν την πόλη, ποιοί ευλαβείς ιδιώτες έκτισαν ναούς, ποιοί από αλαζονεία χρηματοδοτούσαν δημόσια θεάματα… Η ευσέβειά μου, σεβασμιώτατε, έφτασε στο σημείο να μην αφήσω σε ησυχία ούτε την τέφρα των βασιλιάδων τους. Εσκόρπισα στον άνεμο την τέφρα του Αγησιλάου, εισήλθα στον τάφο του Λυσάνδρου και ανεκάλυψα τον τάφο του Ορέστου».

Είναι πολύ πιθανόν εκείνη η ανεξήγητη μανία του Γάλλου ιερωμένου να αφανίσει τη Σπάρτη να είχε ως αίτίο της την ενημέρωσή του ότι στην περιοχή είχαν φθάσει και άλλοι ξένοι  τυχοδιώκτες και αρχαιοκάπηλοι που ίσως επωφελούντο από τα ευρήματά του. Σε μία επιστολή του προς τον φίλο του Μπινό, αναφέρει την παρουσία στη Λακωνία ενός Άγγλου αρχαιοκάπηλου επ’ ονόματι  Morrison, τον οποίο και περιγράφει ως «μέθυσο, βάρβαρο και αγροίκο» που έγινε έξαλλος όταν έμαθε ότι ο ιερωμένος τον είχε προλάβει. Ο Fourmont πάντως είχε την πλήρη προστασία των Τούρκων, αλλά και διαφόρων ισχυρών Ρωμιών «παραγόντων», όπως ο ιατρός του Μυστρά Ηλίας Δόξας, άνθρωπος της Εκκλησίας και φανατικός τουρκολάτρης και ο Μητροπολίτης Παρθένιος, ο οποίος, εξ ονόματος όλων των προκρίτων, απηύθυνε  στον καταστροφέα της Αρχαίας Σπάρτης επαινετική επιστολή που, μεταξύ άλλων κολακειών, τον προσφωνεί «θειότατο» και «τρισμέγιστο» άνδρα.

Το τρομερό όργιο του αφανισμού των αρχαιοτήτων της Σπάρτης από τον Fourmont, έγινε ωστόσο γνωστό στο Παρίσι και οι προϊστάμενοί του έσπευσαν οργισμένοι να τον ανακαλέσουν τον Απρίλιο του 1730. Επιστρέψας ο βάνδαλος στη Γαλλία, εδέχθη δριμύτατες επιθέσεις από τους πνευματικούς κύκλους για το όργιο των καταστροφών, οι δε κριτικοί τον ετιμώρησαν με κάτι πολύ χειρότερο. Μη υπαρχόντων πλέον των πρωτοτύπων, η γνησιότητα του επιγραφικού καταγραφικού έργου του, που περιελάμβανε περίπου 2.600 επιγραφές, αμφισβητήθηκε εκ θεμελίων. Πολλοί εξέφρασαν την άποψη ότι ο Fourmont με την καταστροφή των επιγραφών είχε σκοπό να ανακατέψει πλαστές και γνήσιες χωρίς να αφήσει ίχνη. Η συλλογή του έπεσε σε πλήρη απαξία και τα χειρόγραφά του, τα ημερολόγια και οι επιγραφές κατετέθησαν αδόξως στα αρχεία της Βασιλικής Βιβλιοθήκης των Παρισίων.

Ο απόηχος των αγρίων καταστροφών του Fourmont στη Λακωνία υπήρξε τόσο αρνητικός που, όταν το 1801 ο Άγγλος περιηγητής Ντοντγουέλ προσεπάθησε να ερευνήσει για τη δράση του Γάλλου καταστροφέως με συγκέντρωση υλικού και αφηγήσεων, συνάντησε μία τρομερή δυσπιστία στον απλό λαό: «Ενώ αντέγραφα μερικές επιγραφές, βλέπω τον Μανουσάκη, έναν εντόπιο εργάτη, ν’ αναποδογυρίζει τα μάρμαρα και να τα κρύβει κάτω από τους θάμνους. Όταν τον ερώτησα τι σημαίνουν αυτά, μου εξήγησε ότι ήθελε να προφυλάξει τις επιγραφές, γιατί πριν πολλά χρόνια ένας Γάλλος μυλόρδος που ήλθε στη Σπάρτη, αφού ξεσήκωσε πολλές επιγραφές εξαφάνιζε με καλέμι τα γράμματά τους. Και πραγματικά μου έδειξε μεγάλες μαρμάρινες πλάκες από τις οποίες είχαν πελεκηθεί με βάρβαρο τρόπο οι επιγραφές».

Βλάσης Γ. Ρασσιάς

 

  
(Στοιχεία από το βιβλίο “Επίτομος
Ιστορία των Σπαρτιατών”, Αθήνα 2003)
 

(699)

839 total views, no views today

«Λεωνίδας»…..ο στρατιώτης (ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΕΙΛΩΝ)

leonidas-statue-480x0

Η παρούσα ανάρτηση προέκυψε κατόπιν μετάφρασης αντίστοιχου άρθρου της ιστορικού Helena Schrader’s και αποτελεί μια προσπάθεια προσέγγισης – ανάδειξης των στρατιωτικών ικανοτήτων του Λεωνίδα. Στην εν λόγω μετάφραση προστέθηκαν ιστορικά στοιχεία, με σκοπό την ομαλή και απρόσκοπτη παρακολούθηση των γεγονότων από τον αναγνώστη.

byza_grn

Κατ’ αρχάς πρέπει να τονισθεί ότι ο Λεωνίδας υπήρξε από τους λίγους Σπαρτιάτες βασιλείς, που ήταν «επαγγελματίας» στρατιωτικός. Σε αντίθεση με άλλους βασιλείς πριν και μετά από αυτόν, ο Λεωνίδας «ολοκλήρωσε» το πλήρες πρόγραμμα στρατιωτικής κατάρτισης που επιβαλλόταν στους πολίτες της Σπάρτης (από την παιδική ηλικία έως δέκα χρόνια ενεργούς υπηρεσίας και κατόπιν εφ’ όρου ζωής ως έφεδροι). Έτσι ήταν το ίδιο εξοικειωμένος και έμπειρος με τους στρατιωτικούς σχηματισμούς, τις τακτικές και τον οπλισμό όπως ακριβώς οι στρατιώτες του, γεγονός πολύ σημαντικό καθότι γνώριζε πώς σκέφτονταν, αισθανόντουσαν και αντιδρούσαν. Ήταν ταυτόχρονα στρατιώτης και διοικητής, ένα σημαντικό πλεονέκτημα το οποίο έκανε και άλλους διάσημους Σπαρτιάτες διοικητές, όπως ο Βρασίδας και ο Λύσανδρος το ίδιο αποτελεσματικούς.

Μέχρι τότε η εμπειρία του περιοριζόταν στο πεδίο των ασκήσεων. Παρ’ ότι η Σπάρτη στην ύστερη αρχαϊκή περίοδο ήταν μια πόλη η οποία δεν βρισκόταν διαρκώς σε εμπόλεμη κατάσταση, εντούτοις είχε επιδοθεί σε μια σειρά από σημαντικές στρατιωτικές εκστρατείες. Έτσι παρόλο που ο Λεωνίδας δεν πολέμησε σε περισσότερες από είκοσι εκστρατείες, είχε αποκομίσει «από πρώτο χέρι» σημαντική εμπειρία παρά τον  περιορισμένο αριθμό πολέμων.

Όταν ο Λεωνίδας ήταν ακόμα παιδί ή έστω νέος (ανάλογα με την ημερομηνία γέννησής του) η Σπάρτη έκανε μια αποτυχημένη προσπάθεια να εκθρονίσει τον τύραννο της Σάμου Πολυκράτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό απαιτούσε την ανάπτυξη – μεταφορά μεγάλης δύναμης στρατευμάτων μέσω θαλάσσης, καθώς και πολιορκία διάρκειας σαράντα ημερών, κατά την οποία ορισμένοι από τους Σπαρτιάτες παρ’ όλο που κατόρθωσαν να εισέλθουν στην πόλη, στη συνέχεια σκοτώθηκαν ενώ το υπόλοιπο στράτευμα επέστρεψε στη Σπάρτη. Η αποτυχία και οι απώλειες ήταν τραυματικές για τους υπερήφανους Σπαρτιάτες και απετέλεσαν το θέμα πολλών συζητήσεων στα συσσίτια σε όλη την πόλη για πολλά χρόνια. Ο Λεωνίδας ως νεαρός Σπαρτιάτης, αναμφίβολα άκουγε με μεγάλη προσοχή τους σχολιασμούς αυτής της εκστρατείας από τους βετεράνους, καθώς και την κριτική των άλλων.

Δέκα χρόνια αργότερα ο ετεροθαλής αδελφός του Λεωνίδα Κλεομένης ανέλαβε την εκστρατεία στην Αττική και πάλι μέσω θαλάσσης. Για άλλη μια φορά η εκστρατευτική δύναμη της Σπάρτης νικήθηκε,  αυτή τη φορά από το Θεσσαλικό ιππικό και οδηγήθηκαν πίσω στα πλοία τους,. Ο Λεωνίδας ήταν προς το τέλος της εφηβείας του, εάν δεν είναι ήδη ένας νεαρός άνδρας. Θεωρητικά πήρε μέρος στην εκστρατεία αυτή, αλλά με υποδεέστερη ιδιότητα ως απλός στρατιώτης – βαθμοφόρος. Ανεξάρτητα από την ηλικία και το ρόλο του, ο Λεωνίδας έλαβε ένα πολύτιμο μάθημα, τουλάχιστον από «δεύτερο χέρι» για τις δυνατότητες του ιππικού και τις συνέπειες όταν αυτό υποτιμάται.

Ο Κλεομένης ανέλαβε όχι λιγότερο από τρεις επιπλέον εκστρατείες εναντίον της Αθήνας στα χρόνια που ακολούθησαν. Στην πρώτη εκθρόνισε με επιτυχία τον  τύραννο Ιππία, αλλά στη δεύτερη, στην οποία προσπάθησε να διώξει τον Κλεισθένη και να περιορίσει την επιρροή της αθηναϊκής δημοκρατίας, εγκλωβίστηκε στην Ακρόπολη από τους αγανακτισμένους Αθηναίους και αναγκάστηκε να αποσύρει τα στρατεύματά του μετά από διαπραγματεύσεις εκεχειρίας. Δεδομένου του μικρού και προφανώς ανεπίσημου χαρακτήρα αυτών των δύο πρώτων εκστρατειών (ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι πραγματοποιήθηκαν με μικρές δυνάμεις εθελοντών) είναι απίθανο ο Λεωνίδας να συμμετείχε ενεργά σε κάποια, όμως και πάλι θα είχε ακούσει πολλά έστω από «δεύτερο χέρι».

Απογοητευμένος από την ταπείνωση της δεύτερης ήττας του ο Κλεομένης την επόμενη συγκεντρώνει όλο το Σπαρτιατικό στρατό και τους συμμάχους από τη Πελοποννησιακή συμμαχία. Ο νόμος της Σπάρτης όμως προέβλεπε ότι απαιτούνται και οι δύο βασιλείς για να διοικήσουν την πλήρη ανάπτυξη στρατού εκτός της Λακεδαίμονος. Έτσι ο Κλεομένης σε αυτή τη τέταρτη εκστρατεία εναντίον της Αθήνας διοικούσε από κοινού με τον Δημάρατο ο οποίος δεν ήταν τόσο ενθουσιώδης υποστηρικτής της εισβολής στην Αττική όπως και οι Πελοποννήσιοι σύμμαχοι. Ο Κλεομένης έφτασε μέχρι την Ελευσίνα, αλλά εκεί οι Κορίνθιοι αρνήθηκαν να συνεχίσουν, καθότι δεν είχαν κάποια διαμάχη με την Αθήνα και ο Δημάρατος συμφώνησε μαζί τους. Ενώ ο συμμαχικός στρατός διαλυόταν, η σύγκρουση μεταξύ Κλεομένη και Δημάρατου «ακινητοποίησε» τον Σπαρτιατικό στρατό. Οι Σπαρτιάτες δεν είχαν πλέον άλλη επιλογή παρά να επιστρέψουν αήττητοι μεν, αλλά ταπεινωμένοι και πάλι.

Ο Λεωνίδας ήταν σίγουρα παρών με το σπαρτιατικό στρατό κατά τη διάρκεια της τελευταίας εκστρατείας κατά της Αθήνας. Ανάλογα με την ημερομηνία γέννησής του, θα μπορούσε να ήταν ήδη κατώτερος αξιωματικός. Ανεξάρτητα από το στρατιωτικό του βαθμό και το ότι ήταν ετεροθαλής αδελφός του Κλεομένη και προφανής κληρονόμος, ήταν σχεδόν βέβαιο ότι γνώριζε τι συνέβαινε στα κέντρα διοικήσεως, αν όχι άμεσα, τουλάχιστον έμμεσα. Ενώ η εκστρατεία δεν του παρείχε κάποια εμπειρία μάχης, ήταν βέβαιο ότι του είχε προσφέρει πολλά διδάγματα σχετικά με στρατιωτικές επιχειρήσεις στις οποίες συμμετέχουν «πολυεθνικά» στρατεύματα……. μάθημα ζωτικής σημασίας για τη μετέπειτα ζωή του.

Η επόμενη μεγάλη στρατιωτική εκστρατεία στη ζωή του Λεωνίδα ήταν η εκστρατεία κατά του Άργους, που κορυφώθηκε με την δραματική νίκη της Σπάρτης στην Σήπεια. Σε αυτή την εκστρατεία συμμετείχε το σύνολο του ενεργού Σπαρτιατικού στρατού, οπότε η συμμετοχή του Λεωνίδα θεωρείται σίγουρη. Σημειωτέον ότι εμπεριείχε επίσης και ναυτικό στοιχείο, καθότι ο Σπαρτιατικός στρατός μεταφέρθηκε στον κόλπο του Άργους από τον Θηρέα στο Ναύπλιο μέσω θαλάσσης. Ακολούθησε μαζική αντιπαράθεση με τον Αργείο στρατό ο οποίος ήταν τουλάχιστον ισάριθμος, αν όχι σημαντικά μεγαλύτερος από τη δύναμη του Σπαρτιατικού στρατού. Αν και οι Αργείοι είχαν μάθει να αναγνωρίζουν τα σήματα της Σπάρτης, ο Κλεομένης αξιοποίησε έξυπνα αυτό το πλεονέκτημα με το να παραπλανήσει τους Αργείους, μεταδίδοντας ότι οι Σπαρτιάτες έκαναν παύση για φαγητό. Μόλις η φάλαγγα του Άργους διασπάσθηκε αυτός επιτέθηκε και ακολούθησε «σφαγή» η οποία στέρησε από το Άργος μια ολόκληρη γενιά πολεμιστών, αλλά ο Κλεομένης δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τη νίκη του με την κατάληψη της ανυπεράσπιστη πόλης του Άργους.

Σημειώνεται ότι σημαντικό ρόλο στην μη κατάληψη της πόλεως του Άργους έπαιξε και η στάση της ποιήτριας Τελέσιλλας

Τα «διδάγματα» για τον Λεωνίδα είχαν αρχίσει με την ευελιξία που προσφέρουν οι θαλάσσιες μεταφορές, καθώς και τη σπουδαιότητα της κατασκοπείας – αντικατασκοπείας (εκμετάλλευση της εξοικείωσης των Αργείων με τα σπαρτιατικά σήματα) και φυσικά τα πλεονεκτήματα του αιφνιδιασμού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Κλεομένης δικάστηκε για προδοσία μετά από αυτή την εκστρατεία. Η κατηγορία ήταν ότι είχε δωροδοκηθεί προκειμένου να μην καταλάβει το Άργος, ενώ αυτό ήταν ανυπεράσπιστο……….…..πιθανώς σκεπτόμενοι οι κατήγοροι ότι δεν υπήρχε κάποιος άλλος προφανής λόγος για να χαθεί μια τέτοια θαυμάσια ευκαιρία μετά από διακόσια χρόνια εχθροπραξιών………ο Ηρόδοτος αναφέρει συγκεκριμένα ότι ο Κλεομένης κατηγορήθηκε από «εχθρούς» του και κατόπιν αθωώθηκε διότι έπεισε τους εφόρους ότι δεν μπορούσε να λάβει ευνοϊκές ενδείξεις από τους θεούς

Αυτή τη χρονική περίοδο ο Λεωνίδας ήταν ήδη παντρεμένος με τη Γοργώ, κόρη του Κλεομένη και σίγουρος διάδοχός του. Είναι επομένως αδύνατο να προσμετράται μεταξύ των εχθρών του Κλεομένη (λόγοι ανταγωνισμού) όπως είναι σχεδόν εξίσου απίθανο ότι ενέκρινε τη συμπεριφορά του Κλεομένη. Ο Κλεομένης αθωώθηκε από τη κατηγορία της δωροδοκίας, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του με επιχείρημα τη θέληση των θεών, έναντι του οποίου οι έφοροι ήταν «αβοήθητοι» χωρίς αυτό  να σημαίνει ότι οι ενέργειές του χειροκροτήθηκαν από τους υποστηρικτές του. Πλέον ο Λεωνίδας λαμβάνει σοβαρά υπόψη του το γεγονός ότι η μη αξιοποίηση μιας νίκης – σχεδόν ήττας – μπορεί να θέσει ένα Σπαρτιάτη βασιλιά σε κίνδυνο.

Η επόμενη σημαντική στρατιωτική εμπλοκή στη ζωή του Λεωνίδα ήταν εκείνη κατά την οποία η Σπάρτη δεν έπαιζε κάποιο άμεσο ρόλο αλλά παρόλα αυτά ίσως ήταν η πιο αποφασιστική στρατιωτική στιγμή στη ζωή του Λεωνίδα πριν τη μάχη στις Θερμοπύλες δηλαδή η μάχη του Μαραθώνα. Ο Λεωνίδας μάλλον οδήγησε δύο χιλιάδες Σπαρτιάτες, σε μια δραματική πορεία καλύπτοντας την απόσταση από τη Σπάρτη στην Αθήνα σε λιγότερο από τρεις ημέρες προκειμένου να φθάσει έγκαιρα προς ενίσχυσή της Αθήνας. Έφτασαν μία ημέρα αφού η αποφασιστική μάχη είχε κερδηθεί από τους Αθηναίους και Πλαταιείς. Ο Λεωνίδας περιόδευσε το πεδίο της μάχης μαζί με τους Αθηναίους διοικητές και μαχητές, αποκομίζοντας πολλές πληροφορίες σχετικά με τους Πέρσες, τα όπλα, τις πανοπλίες, τη τακτική και το ηθικό και αποκτώντας ταυτόχρονα σεβασμό προς τους Αθηναίους και τους Πλαταιείς για τη μαχητική τους ικανότητα. Ο Λεωνίδας στο Μαραθώνα διαπίστωσε ότι οι Έλληνες οπλίτες μπορούν να αντιπαρατεθούν στο Περσικό πεζικό – ιππικό και να προκαλέσουν σημαντικές απώλειες. Όμως αυτό το συμβάν του άφησε και κάποιο ψυχολογικό τραύμα λόγω του ότι………..«είχε φθάσει πολύ αργά».

Ερχόμαστε στη μάχη των Θερμοπυλών. Η απόφαση του Λεωνίδα να αναπτύξει μόνο 300 Σπαρτιάτες στα στενά, υπαγορεύθηκε από την εμπειρία που αποκόμισε στο Μαραθώνα. Ο Λεωνίδας ο οποίος εκτίμησε τη στρατηγική σημασία των Θερμοπυλών και του Αρτεμισίου, ήταν αποφασισμένος αυτή τη φορά να «μην έλθει πολύ αργά για δεύτερη φορά».

Αυτό φυσικά δεν συμβαδίζει με την άποψη ότι είχε αναλάβει μια αποστολή αυτοκτονίας. Ο Λεωνίδας δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει ότι η στρατιωτική δύναμη που είχε μετακινηθεί Βόρεια δεν ήταν αρκετή για να κρατήσει το πέρασμα μέχρι η Σπάρτη και οι άλλες πόλεις ενισχύσουν τις δυνάμεις του, μόλις λήξουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες Εξάλλου ο Λεωνίδας δεν οδήγησε στα στενά μόνο 300 άνδρες. Εκτός από τους Σπαρτιάτες είχε μαζί του στρατεύματα περίοικων, συμμάχους από την Πελοποννησιακή Συμμαχία, καθώς και Θεσπιείς, Φωκείς και Θηβαίους. Συνολικά είχε συγκεντρώσει μια δύναμη μεταξύ 6.000 και 7.000 Ελλήνων οπλιτών, την οποία ανέπτυξε στις Θερμοπύλες, ένα πέρασμα που εκείνη την εποχή περιορίζεται σε ένα μικρό ορεινό κομμάτι χωρισμένο σε δύο μέρη.

Είναι βέβαιο ότι ο Λεωνίδας γνώριζε από το μαντείο των Δελφών ότι η δική του μοίρα είχε «σφραγισθεί». Ήταν βέβαιος ότι θα πεθάνει, αλλά δεν υπήρχε κανένα σημάδι ότι ο θάνατός του θα έλθει σύντομα ή ότι θα ήταν μάταιος. Αντιθέτως το μαντείο των Δελφών είχε υποσχεθεί να σώσει τη Σπάρτη, εφ’ όσον ένας από τους βασιλιάδες της χανόταν στη μάχη. Ο Λεωνίδας πιθανότατα πίστεψε (ή μάλλον ήθελε να πιστεύει) ότι παρόλο που ο ίδιος θα πέθαινε, ο στρατός του θα νικούσε και φυσικά δεν πίστευε ότι όλοι όσους πήρε μαζί του θα εφονεύοντο. Ο λόγος που επέλεξε για τη μάχη όσους είχαν γιούς, ήταν διότι περίμενε ότι θα σκοτώνονταν ορισμένοι από αυτούς, μη θέλοντας να διακινδυνεύσει τον αφανισμό έστω και μιας Σπαρτιατικής οικογένειας – παρόλο που είχε τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ πολλών άξιων ανδρών.

Η ικανότητα του Λεωνίδα στη τακτική ανάπτυξης του στρατού στις Θερμοπύλες έχει αμφισβητηθεί, κυρίως λόγω της παράλειψής του να τοποθετήσει Σπαρτιάτες στο ορεινό μονοπάτι το οποίο κατέληγε στα στενά. Τα επιχειρήματα εκείνων που υποστήριζαν αυτή την άποψη είναι ότι δεν μπόρεσε να εκτιμήσει με ακρίβεια τον κίνδυνο στα πλευρά/μετόπισθεν του στρατού του και η τοποθέτηση των Φωκαίων σε αυτή τη κρίσιμη διαδρομή ήταν ερασιτεχνική. Βέβαια η εκ των υστέρων εκτίμηση είναι πάντα ασφαλέστερη, αλλά ακόμη και αυτή δεν είναι εντελώς πειστική, διότι ο Λεωνίδας θα διακινδύνευε διάσπαση της ήδη πολύ μικρής δύναμης Σπαρτιατών που διέθετε, στέλνοντας έστω εκατό στρατιώτες να φρουρήσουν κάτι που στην ουσία ήταν ένα μονοπάτι για κατσίκες. Επιπλέον, χίλιοι άνδρες από μια δύναμη μόλις έξι έως επτά χιλιάδων ανδρών, αποτελεί σημαντική δέσμευση των διαθέσιμων δυνάμεων, γεγονός το οποίο ο Λεωνίδας ελάμβανε σοβαρά υπόψη. Αυτό σημαίνει ότι εκατό Σπαρτιάτες ήταν καλύτεροι από χίλιους Φωκείς…….. θεώρηση που αιτιολογεί τη σύγχρονη γοητεία που ασκεί ο σπαρτιατικός στρατιωτικός μύθος………αλλά δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως σοβαρή στρατιωτική εκτίμηση. Η εκτίμηση του Λεωνίδα ότι οι ντόπιοι με μεγαλύτερη συμμετοχή στην υπεράσπιση των Θερμοπυλών, σε συνδυασμό με την καλύτερη γνώση του εδάφους που είχαν, ήταν οι καλύτεροι υπερασπιστές, είναι πιο πειστική από άλλες σύγχρονες προσεγγίσεις για το θέμα. Εξ’ άλλου αποτελεί πάντα πειρασμό να κρίνουμε μια στρατηγική από το αποτέλεσμά – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κριτική αυτή είναι πάντα δίκαιη.

Ο Λεωνίδας φαίνεται να είχε αναπτύξει μια ιδιαίτερα αποτελεσματική στρατηγική για την υπεράσπιση των στενών, η οποία εξουδετέρωσε την αριθμητική υπεροχή των Περσών και επέτρεψε σε ένα συγκριτικά μικρό αριθμό υπερασπιστών να συγκρατήσουν τη συντριπτική δύναμη του στρατού του Ξέρξη για δύο ολόκληρες ημέρες. Παρά το γεγονός ότι ο Ηρόδοτος δεν αναφέρεται σε απώλειες των δύο πρώτων ημερών, μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν ήταν μεγάλες. Η στρατηγική υπεράσπισης της «Μεσαίας Πύλης» η οποία ήταν πλατύτερη από την «Ανατολική» ή «Δυτική πύλη», φαίνεται ότι έδωσε στους Έλληνες την ιδανική ευκαιρία – πλεονέκτημα να μειώσουν την Περσική πίεση, ενώ ταυτόχρονα τους επέτρεψε να διατηρήσουν επαρκή αριθμό στρατευμάτων.

Είναι αξιοσημείωτο και αξιοθαύμαστο ότι ο Λεωνίδας κατάφερε να «ενώσει» τους συμμάχους και να τους κάνει να συνεργαστούν εφαρμόζοντας απλές αλλά αποτελεσματικές μεθόδους. Ο Ηρόδοτος λέει ότι οι σύμμαχοι πολέμησαν με βάρδιες, ή εναλλαγές, ώστε τα στρατεύματα από κάθε πόλη να έχουν χρόνο να ξεκουραστούν και να φροντίσουν τους τραυματίες πριν «ξαναμπούν» στη μάχη. Παρόλο που αυτό ακούγεται λογικό και εύλογο, δεν είναι καθόλου αυτονόητο και εύκολο στην εκτέλεση καθότι απαιτεί ιδιαίτερες οργανωτικές ικανότητες προκειμένου να μην υπάρξει σύγχυση κατά τη διάρκεια των αλλαγών, την οποία θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν οι Πέρσες.

Εξίσου εντυπωσιακή είναι η αντίδραση του Λεωνίδα όταν έμαθε ότι οι Πέρσες όχι μόνο είχαν τοποθετηθεί στο μονοπάτι περικυκλώνοντας τη θέση του, αλλά οι Φωκείς είχαν ήδη οπισθοχωρήσει. Αυτή η είδηση ήταν ένα σημαντικό και απρόσμενο  πλήγμα για το Λεωνίδα. Ωστόσο από την καταμέτρηση των επιζώντων διαπιστώνεται ότι δεν πανικοβλήθηκε, αλλά πήρε μια δύσκολη και ορθολογική απόφαση, στέλνοντας το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων έξω από το πέρασμα στην ασφάλεια «ώστε να ζήσουν για να μπορούν να πολεμήσουν μια άλλη ημέρα» διατηρώντας παράλληλα μια δύναμη αρκετά μεγάλη για να καθυστερήσει τους Πέρσες ώστε να διαφύγει το μεγαλύτερο μέρος του στρατού.

Η στάση του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες την τρίτη ημέρα της μάχης ήταν σίγουρα μια αποστολή αυτοκτονίας, αλλά όχι παράλογη. Δεν διέφερε από τη στάση του Ταξιάρχου Claude Nicholson με το 3ο Βασιλικό Σύνταγμα Τεθωρακισμένων στο Καλαί το 1940. Ο Nicholson υπερασπίστηκε το Calais εκτελώντας τις εντολές του Πρωθυπουργού Winston Churcill «μέχρι κεραίας» προκειμένου να καθηλώσουν τα στρατεύματα της  Wehrmacht και να επιτρέψουν την εκκένωση του μεγαλύτερου μέρους του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος στη Δουνκέρκη. Τόσο οι Θερμοπύλες το 480 π.Χ. όσο και το Calais τo 1940 υπήρξαν στρατιωτικές επιχειρήσεις ζωτικής σημασίας για την επιβίωση των Εθνών, την υπεράσπιση των οποίων είχαν αναλάβει τα στρατεύματα που θυσιάσθηκαν.

Το ότι ο Λεωνίδας έδειξε τις ικανότητές του ως στρατιωτικός ηγέτης έγκειται στο γεγονός ότι ακόμη και όταν ήλθε αντιμέτωπος με μια απελπιστική κατάσταση, συνέχισε να πολεμά προκαλώντας τρομερές απώλειες στον εχθρό, διατηρώντας ταυτόχρονα το ηθικό των δικών του δυνάμεων ακμαίο. Με εξαίρεση μερικούς Θηβαίους, οι άνδρες του Λεωνίδα πολέμησαν μέχρι θανάτου………και πάλεψαν γι’ αυτόν. Αυτή η πράξη αποτελεί την υπέρτατη απόδειξη αφοσίωσης σε έναν ηγέτη………το να προσφέρεις τη ζωή σου πολεμώντας γι’ αυτόν (689)

875 total views, 1 views today

Η θέση της γυναίκας στην αρχαία Σπάρτη

ginaiaka

Σε καμία Ελληνική πόλη στην αρχαία Ελλάδα  οι γυναίκες δεν απολάμβαναν την ίδια ελευθερία και κοινωνική θέση όπως οι Σπαρτιάτισσες.

Μόνο στη Σπάρτη οι γυναίκες διέθεταν οικονομική δύναμη και επιρροή.

Τα κορίτσια ασχολούνταν με τον αθλητισμό και ελάμβαναν δημόσια εκπαίδευση εν αντιθέσει με άλλες πόλεις, όπου οι περισσότερες γυναίκες ήσαν τελείως αγράμματες.

Επισκέπτες από άλλες Ελληνικές πόλεις σχολίαζαν για τις Σπαρτιάτισσες ότι όχι μόνο είχαν άποψη, που δεν φοβόντουσαν να εκφράσουν δημόσια, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις ανάγκαζαν τους συζύγους τους να τις αποδεχθούν!

Η θέση της γυναίκας στο μεγαλύτερο τμήμα του αρχαίου ελληνικού κόσμου και ιδιαίτερα στην Αθήνα, ήταν παρόμοια με την σημερινή κατάσταση των γυναικών στα υπανάπτυκτα κράτη. Οι γυναίκες νυμφεύονταν αποκλειστικά για σκοπούς τεκνοποίησης των νόμιμων κληρονόμων, καθώς η σεξουαλική ευχαρίστηση αναζητείτο στον αγοραίο έρωτα σε σαφώς μονόπλευρες σχέσεις στις οποίες κυριαρχούσε το ενήλικο αρσενικό. Οι σύζυγοι και κόρες των πολιτών αποκλείονταν από όλες τις δημόσιες και πνευματικές δραστηριότητες, παρέμεναν εντός της οικίας και δεν είχαν τη δυνατότητα να ασκηθούν. Οι γυναίκες δεν μπορούσαν να κληρονομήσουν, ή να έχουν περιουσία και δεν θεωρείτο αναγκαίο να τους παρασχεθεί η στοιχειώδης εκπαίδευση.

spartia4

Η κατάσταση των γυναικών στην Σπάρτη κρίνεται με βάση το σκηνικό αυτού του ουσιαστικά «εχθρικού» περιβάλλοντος, όπου οι γυναίκες θεωρούνται «κατάρα για την ανθρωπότητα» και «πανούκλα χειρότερη από πυρκαγιά ή οποιαδήποτε οχιά» (Ευριπίδης).

Οι αρχαίες Σπαρτιάτισσες δεν ήταν τόσο ελεύθερες όσο οι σύγχρονες γυναίκες. Οι κύριοι ρόλοι τους στην κοινωνία, ήταν της συζύγου και μητέρας. Οι πατέρες επέλεγαν τους συζύγους γι’ αυτές και δεν είχαν το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι. Παρ’ όλα αυτά, απολάμβαναν τέτοιας κοινωνικής θέσης και δικαιωμάτων που ήταν «σκανδαλώδη» για το σύνολο του αρχαίου κόσμου.

Η ελευθερία και κοινωνική υπόσταση των Σπαρτιατισσών άρχιζε από την γέννησή τους. Οι νόμοι της Σπάρτης απαιτούσαν τα θηλυκά βρέφη και παιδιά να έχουν την ίδια φροντίδα και ανατροφή, όπως τα αδέρφια τους – σε αντίθεση με άλλες ελληνικές πόλεις, όπου τα κορίτσια είχαν περισσότερες πιθανότητες να «απορριφθούν» κατά τη γέννηση, καθότι τρεφόντουσαν με λιγότερο θρεπτικές τροφές από τους αδελφούς τους και δεν τους επιτρεπόταν να ασκηθούν.

Επιπλέον όπως και τα αδέλφια τους, τα κορίτσια στην Σπάρτη παρακολουθούσαν δημόσιο σχολείο, αν και για μικρότερο χρονικό διάστημα από ότι τα αγόρια. Στο σχολείο είχαν τη δυνατότητα και ενθαρρύνονταν να συμμετέχουν στις αθλητικές δραστηριότητες. Αλλά όπως επισημαίνει ο Πλάτων στον Πρωταγόρα (342d) η εκπαίδευση δεν ήταν καθαρά σωματική. Στην Σπάρτη «δεν ήταν μόνο οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες που υπερηφανεύονταν για την πνευματική καλλιέργειά τους». Αυτό ήταν κάτι περισσότερο από απλή παιδεία…….ήταν συστηματική εκπαίδευση στη ρητορική και φιλοσοφική σκέψη.

ginaiaka3

Όταν τα κορίτσια έφθαναν σε σεξουαλική ωριμότητα δεν βιαζόντουσαν να έλθουν σε γάμο, σε αντίθεση με τα κορίτσια στον υπόλοιπο αρχαίο κόσμο, τα οποία υπέφεραν ψυχολογικά και σωματικά, υφιστάμενα σωματικές βλάβες από το πρόωρο σεξ και συχνά πέθαιναν κατά την λοχεία. Αντίθετα οι Σπαρτιατικοί νόμοι ανέφεραν ρητά ότι τα κορίτσια πρέπει να παντρεύονται μόνο εφόσον ήταν σε ηλικία κατάλληλη να «απολαύσουν τον έρωτα». Η λογική ήταν απλή…..για τα νεαρά κορίτσια που δεν ήταν ακόμη έτοιμα ψυχολογικά για σεξουαλική επαφή, το σεξ αποτελούσε ουσιαστικά μια «πράξη βίας». Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι οι Σπαρτιάτες καταδίκαζαν τη βία στο γάμο και θεωρούσαν το σεξ με παιδιά ως «πράξη βίας».

Επιπλέον τα κορίτσια στην Σπάρτη δεν παντρευόντουσαν πολύ μεγαλύτερους άνδρες, πρακτική η οποία ήταν συνήθης σε άλλες ελληνικές πόλεις. Εκτιμάται ότι οι περισσότερες γυναίκες Σπαρτιάτισσες ήταν μόνο τέσσερα έως πέντε έτη νεώτερες από τους συζύγους τους. Το δε γεγονός του ενδιαφέροντος της Σπάρτης για την γέννηση υγιών παιδιών δεν αναιρεί την προστασία των κοριτσιών από τις αρχές του γάμου. Όλοι οι γάμοι στην αρχαία Ελλάδα αποσκοπούσαν στην τεκνοποίηση, αλλά σε άλλες πόλεις οι άνδρες ήταν πρόθυμοι να αποδεχθούν τα αναπόφευκτα υψηλότερα ποσοστά θανάτου από το σεξ με νεαρά κορίτσια.

Επειδή οι άρρενες πολίτες της Σπάρτης ήταν υποχρεωμένοι να αφιερώνουν τη ζωή τους στις στρατιωτικές και άλλες μορφές της δημόσιας υπηρεσίας, οι οικοδέσποινες της Σπάρτης φρόντιζαν τα κτήματα των συζύγων τους. Αυτό σήμαινε ότι οι Σπαρτιάτισσες έλεγχαν τον οικογενειακό πλούτο και στην πραγματικότητα, το σύνολο της αγροτικής οικονομίας (το εμπόριο και οι κατασκευές ήταν στην αρμοδιότητα των περίοικων). Ο Σπαρτιάτης πολίτης ήταν εξαρτώμενος από την απόδοση της γυναίκας του προκειμένου να πληρώσει το φαγητό και τα δίδακτρα του γιου του κατά τη διάρκεια της «αγωγής». Αυτή η οικονομική δύναμη ήταν  ιδιαίτερα έντονη στην Σπάρτη, σε αντίθεση με πόλεις όπως η Αθήνα, όπου ήταν παράνομο για μια γυναίκα να ελέγχει περισσότερα χρήματα από ότι χρειάζεται για να αγοράσει ένα δοχείο σιτηρών.

Το σπουδαιότερο είναι ότι οι Σπαρτιάτισσες μπορούσαν να κληρονομήσουν και να μεταφέρουν τον πλούτο. Οι Αθηναίες αντίθετα δεν ήσαν ποτέ κληρονόμοι και όλα τα περιουσιακά στοιχεία περνούσαν στον επόμενο αρσενικό συγγενή, ο οποίος το πολύ να αναγκαζόταν να παντρευτεί την κληρονόμο, προκειμένου να διεκδικήσει την κληρονομιά – μια ρύθμιση που συχνά οδηγούσε τους άνδρες να απορρίπτουν προηγούμενη σύζυγό τους, αν και άμεμπτη, μόνο και μόνο για να οικειοποιηθούν την κληρονομιά ενός συγγενή.

Η εν λόγω οικονομική δύναμη είχε ως αποτέλεσμα την κοινωνική άνοδο των Σπαρτιατισσών. Αυτό καταδεικνύεται σαφώς από τις σύγχρονες περιγραφές σύμφωνα με τις οποίες είχαν «άποψη» (ακόμη και πολιτική). Ο Αριστοτέλης υποστήριζε ότι «οι Σπαρτιάτες διοικούνταν από τις συζύγους τους» και ανέφερε την ελευθερία των Σπαρτιατισσών ως έναν από τους δύο λόγους για τους οποίους το Σύνταγμα της Σπάρτης ήταν κατακριτέο.

Όταν η σύζυγος του βασιλέα Λεωνίδα ρωτήθηκε γιατί οι Σπαρτιάτισσες ήταν οι μόνες γυναίκες στην Ελλάδα που «κυβερνούν» τους συζύγους τους, η Γοργώ απάντησε…..«επειδή είμαστε οι μόνες γυναίκες που γεννούν άνδρες». Με άλλα λόγια, μόνο οι άνδρες που είχαν την αυτοπεποίθηση να δεχθούν τις γυναίκες ως ίσες ήσαν πραγματικοί άνδρες.

Το πρώτο καταγεγραμμένο ποίημα αγάπης γράφτηκε από Σπαρτιάτη ποιητή για τις Σπαρτιάτισσες κόρες.

Τραγούδι της κόρης (Αλκμάνος 625 π.Χ») απόσπασμα

Είναι άραγε εκδίκηση των θεών;

Όμως ευλογημένος είναι αυτός που περνά τη ζωή του χωρίς δάκρυα.

Αλλά εγώ πρέπει να υμνήσω το φώς της Αγιδούς.

Την βλέπω όπως τον ήλιο που λάμπει.

Όμως η αγαπημένη χορωδός δεν θα μου επιτρέψει να την επαινέσω και δεν την αδικώ.

Ξέρει ότι είναι εκθαμβωτική όπως το υπερήφανο άλογο ξεχωρίζει ανάμεσα σε κοπάδι σαν ένα φτερωτό όνειρο……………

byza_grn

Η Σπάρτη θεωρούσε τον εργένη ως ντροπή και ο πολίτης ο οποίος δεν είχε παντρευτεί, κατείχε κατώτερη κοινωνική θέση από κάποιον ο οποίος είχε αποκτήσει παιδιά.

Σε καμία άλλη αρχαία Ελληνική πόλη οι γυναίκες ήταν τόσο καλά ενταγμένες στην κοινωνία. Είναι τελικά ένας από τους λόγους (ο βασικότερος) που η Σπάρτη μεγαλούργησε, μονοπώλησε την κυριαρχία στην αρχαία Ελλάδα και θεωρείται διαχρονικά η πόλη των ανδρείων.

  (1464)

2,131 total views, 3 views today

Παιδεία και Γράμματα Περί παίδων αγωγής εν Σπάρτη

epigrafi

Οι Λακεδαιμόνιοι ενδιαφέρθησαν πολύ και διά την παιδείαν και τα γράμματα.  

Πρώτοι  εξ όλων των Ελλήνων και εξ όλων των αρχαίων λαών επεμελήθησαν της ομαδικής και καθολικής ανατροφής και αγωγής των παίδων, υπό μορφήν, σκοπούς και σύστημα καθωρισμένον υπό της πολιτείας.  

 Βασικόν νόμον της Λακεδαιμονίων Πολιτείας απετέλουν αι διατάξεις “περί παίδων αγωγής” Ευθύς από της πρώτης παιδικής ηλικίας (του εβδόμου έτους) και της εφηβικής συμπεριλαμβανομένης ήρχιζεν η επιμεμελημένη εκπαίδευσις και ανατροφή των παίδων δι’ ειδικών διδασκάλων, των βιδαίων και άλλων, υπό της πολιτείας προς τούτο καθωρισμένων. Η αυστηρά τήρησις των εκπαιδευτικών όρων και διατάξεων και η ευδόκιμος φοίτησις και ανατροφή εκάστου παιδός έδιδε το δικαίωμα να τύχη του αξιώματος του Σπαρτιάτου πολίτου και να ανέλθη εις την τάξιν των “ομοίων”. Η εκπαίδευσις ήτο ελευθέρα και ηδύναντο να τύχουν αυτής πάντες οι βουλόμενοι των Λακεδαιμονίων.  

 Πρώτοι και μόνοι οι Λακεδαιμονίοι ενομοθέτησαν, ότι η εκπαίδευσις θα παρείχετο δωρεάν – δημοσία δαπάνη – και ανεγνώρισαν προσόντα και δικαιώματα εις τους τυχόντας της οικείας ανατροφής. Προς τούτο είχε καθορισθή αυστηρόν πρόγραμμα εκπαιδεύσεως και το κατάλληλον διδακτικόν προσωπικόν. Διά της αγωγής εκείνης, οι Λακεδαιμόνιοι επεδίωκον την ανάπτυξιν ψυχής και σώματος. Εφρόντιζον διά την μόρφωσιν του ήθους και την ανάδειξιν των πνευματικών και σωματικών δυνάμεων.   

Κατηγορούνται υπό τινων οι Λακεδαιμόνιοι, ότι έθετον εις ήσσονα της σωματικής μοίραν την πνευματική και γνωσσικήν μόρφωσιν των παίδων. Τούτο δεν είναι αληθές και λησμονείται το “λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν”. Ο Πλούταρχος, εις τον Βίον Λυκούργου, γράφει “εδίδασκον δε τους παίδας και λόγω χρήσθαι, πολλήν από βραχείας, λέξεως έχοντι αναθεώρησιν” Και αλλαχού εις τα Ηθικά του, Περί Αδολεσχίας (Carrulitata C ΧΙΙΙ), αναφέρει: “…ούτως ο λακωνικός λόγος ουκ έχει φλοιόν, αλλ’ εις αυτό το δραστήριον αφαιρέσει του περιττού διωκόμενος στομούται. Το γαρ αποφθεγματικόν αυτοίς τούτο και το μετ’ ευστροφίας οξύ προς τας απαντήσεις, εκ της πολλής περιγίγνεται σιωπής και δη τα τοιαύτα τοις αδολέσχοις προβάλλειν, όση χάριν έχει και δύναμιν: οίον εστί, το Λακεδαιμόνιοι Φιλίππω. Διονύσιος εν Κορίνθω. Και πάλιν γράψοντος αυτοίς του Φιλίππου. Αι εμβάλλω εις την Λακωνική αναστάτους υμάς ποιήσω. Αντέγραψαν Αίκα – Δημητρίου δε του βασιλέως αγανακτούντος και βοώντος. Ένα πρεσβευτήν προς εμέ Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν. Ου καταπλαγείς ο πρευσβευτής, Ένα (είπε) ποτί ένα”.  

 Προς τούτοις οι νέοι εδιδάσκοντο την εκμάθησιν και απαγγελίαν των αρίστων ποιητών της αρχαιότητος και ετύγχανον επιμεμελημένης ανατροφής εις την μουσικήν, προς ηθικήν ανύψωσιν και μόρφωσιν. Η εκπαίδευσις εξηκολούθη και μέχρι της ανδρικής ηλικίας και ακόμη διά της εισαγωγής των νέων εις τα κοινά συσσίτια, τα οποία κυρίως είχον εκπαιδευτικόν σκοπόν. Εις ταύτα οι έφοροι εβράβευον δι’ ειδικής μερίδος φαγητού τους διακρινόμενους των νέων εις την απαγγελίαν σπανίων περικοπών εξαιρέτων ποιητών.  
   
 Επί πλέον ειδικώς εδιδάσκοντο και ανεπτύσσοντο οι νόμοι και η υπακοή εις τούτους. Εάν η υπακοή εις τους νόμους, γράφει ο Durant, είναι αρετή, οι Σπαρτιάται υπήρξαν οι πλέον ενάρετοι υπέρ πάντα άνθρωπον. Η αυτοκυριαρχία, η μετριοπάθεια, η ψυχραιμία κατά τας επιτυχίας ή αποτυχίας – αρεταί, τας οποίας τόσον επήνουν οι Αθηναίοι, αλλά σπανίως επεδείκνυον – ήσαν δεδομέναι διά πάντα πολίτην Σπαρτιάτην. Ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Πλούταρρχος ουδέποτε έπαυσαν να επαινούν τους σπαρτιατικούς τρόπους.  
Ομοίως εις την Λακεδαίμονα αι γυναίκες ετύγχανον επεμεμελημένης ανατροφής και εκπαιδεύσεως ασκούμεναι εις την μουσικήν και την γυμναστικήν πολλάκις μετά των νέων.  
 
Η γυνή απήλαυνεν ελευθερίας εις την Σπάρτην και ετύγχανε σεβασμού όσον εις ουδεμίαν άλλην πόλιν της αρχαιότητος.  

 Αι Λάκαιναι μητέρες διεκρίνοντο διά την σύνεσιν, το θάρρος και το φρόνημα, καθώς και την μεγάλην των φιλοπατρίαν. Είναι γνωστή η σύστασις η οποία εδίδετο υπό της μητρός εις τον εκστρατεύοντα υιόν όταν παρέδιδεν εις τούτον την ασπίδα: “ή ταν ή επί τας”.  

Αι Λάκαιναι τροφοί και παιδαγωγοί ήσαν περιζήτητοι κατά την αρχαιότητα (Πλούτ.).  
   

(Πηγή: Διον. Ι. Σιγαλός “Η ΣΠΑΡΤΗ ΚΑΙ Η ΛΑΚΕΔΑΙΜΩΝ”, Αθήναι 1959)    (585)

706 total views, no views today